«Τράβηξαν κατά τη θάλασσα που
σπίθιζε κάτω από τον ήλιο, την οδήγησε μακριά από τη θάλασσα, μέσα από αγρούς,
από δασύλλια, από θαμνώδη μέρη, την έβγαλε πάλι στη θάλασσα, σε μιαν άλλη
θάλασσα, έπειτα την πέρασε από άλλους αγρούς, από άλλα δάση, από άλλες θαμνώδεις
εκτάσεις. Η Θ. πρόσεξε ότι είχαν διαγράψει έναν μεγάλο κύκλο. Η ατμόσφαιρα
ανάμεσά τους ήταν όμορφη, απαλή, ανάλαφρη. Ο Δ. δεν είχε καμιά σαρκική
βαρύτητα, η Θ. κόντευε να βγάλει φτερά. Κανείς δεν είχε όρεξη για κουβέντες.
Και οι δυο ρουφούσαν την ομορφιά της κυκλικής περιήγησης. Όταν συμπληρώθηκε ο
ένας κύκλος, άρχισε ένας δεύτερος, αρκετά στενότερος, σε πιο ανηφορικό επίπεδο.
Οι εναλλαγές ανάμεσα σε στεριά και σε θάλασσα έγιναν πιο συναρπαστικές. Έκλεισε
και ο δεύτερος κύκλος. Άρχισε ένας τρίτος, σε πολύ πιο ψηλό επίπεδο. Και πιο
στενός από τους άλλους. Περίεργο, η Θ. δεν είχε δει κανένα ύψωμα αρχικά. Το
ότι, όμως, βρέθηκαν ξαφνικά να ανεβαίνουν, σε σπείρες, ένα ύψωμα δεν την
ξάφνιασε καθόλου. Σαν να ήταν το μόνο φυσικό που μπορούσε να συμβεί. Καμιά
κορυφή δεν υψωνόταν απανωθέ τους. Κι όμως ανέβαιναν. Όταν συμπληρώθηκε και ο
τρίτος κύκλος, ο Δ. άνοιξε την πόρτα του και βγήκε. Άνοιξε και τη δική της και
τη βοήθησε να βγει.
«Δεν πάει άλλο το αυτοκίνητο, θα
συνεχίσουμε με τα πόδια. Δώσε μου το χέρι σου» της είπε.
Η Θ. κοίταξε γύρω της. Μπροστά
της απλωνόταν, κυκλικό, το τρίτο πεδίο της ανάβασής της. Η έκταση ήταν εντελώς
επίπεδη. Έδωσε το χέρι της στον Δ. και αφέθηκε να την οδηγήσει. Ο δρόμος άρχισε
να ανηφορίζει. Η Θ. απόρησε. Αφού όλη η έκταση ήταν επίπεδη, πως βρέθηκαν να
ανηφορίζουν; Αλλά δεν είχε λόγια. Όλα της φαίνονταν τόσο αφύσικα φυσικά και
τόσο φυσικά αφύσικα. Ανέβαιναν, ανέβαιναν, στην επίπεδη γη, ώσπου έφτασαν
μπροστά σε μια ξύλινη πόρτα. Πως είχε ξεφυτρώσει έτσι ξαφνικά μπροστά τους; Η
Θ. δεν ένιωθε καμιά περιέργεια. Ήταν δοσμένη στην πληρότητα της στιγμής. Ο Δ.
έψαξε και βρήκε στο σύρτι της. Την άνοιξε.
Τράβηξε μέσα τη Θ. και έκλεισε.
Ιερός Γάμος 2


_-_Jeune_homme_nu_assis.._1855_-_Louvre.jpg)
