Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εγωκεντρισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εγωκεντρισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Η ερωτική έλξη είναι μια δωρεά




«Την άλλη μέρα, καθώς η Θ.  γύριζε στο νου της τα συμβάντα της προηγούμενης, διαπίστωσε ότι η απομάκρυνση του Φ. απ’αυτήν, η προσήλωσή του στην Π., το φανερό γεγονός ότι κάτι είχε προηγηθεί μεταξύ τους καθώς και το ότι ο Φ. έπαιζε απ’ ότι φαινόταν, διπλό παιχνίδι, δεν άγγιξαν την παραμικρή χορδή ζηλοτυπίας μέσα της. Το είναι της είχε απλώς καταγράψει όλες τις λεπτομέρειες εντελώς αντικειμενικά. Το παλιό «υποκείμενο», που άλλοτε έπαιρνε τα πράγματα προσωπικά και θιγόταν θανάσιμα, δεν έδειχνε κανένα σημείο ζωής, δεν δήλωνε καθόλου την παρουσία του.

Κανονικά, δηλαδή εγωκεντρικά, κάνει κανείς κατοχή του προσώπου που δείχνει έλξη και ερωτικό ενδιαφέρον, ιδιαίτερα μάλιστα αν η έλξη και η ανταπόκριση είναι αμοιβαία. Νιώθει ότι ο άλλος είναι κτήμα του, δικός του, ιδιοκτησία του και αντιδρά στην απομάκρυνση ή στην προδοσία του. Τότε, η παλιά έλξη ή «αγάπη» μετατρέπεται σε έχθρα, σε θυμό, σε μίσος, σε μνησικακία, σε οργή, ακόμα και σε εκδικητικότητα.

«Τι καλά,» παρατήρησε η Θ. «ελευθερώθηκα απ’εκείνον τον εφιάλτη που έπαιρνε τα πάντα προσωπικά, κτητικά, πάντα με την προσωπική αντωνυμία «μου», όπως «δικός μου», «δική μου», «δικό μου», σαν να ήταν εξαρτήματά του. Αλλά τώρα ο Φ. είναι ένα ξεχωριστό, αυθύπαρκτο, μοναδικό άτομο, εντελώς ανεξάρτητο από μένα και ασύνδετο. Γιατί λέω ασύνδετο;»

Σταμάτησε λίγο για να ρίξει πιο βαθιά το εσωτερικό της βλέμμα. Και τότε είδε ότι ο Φ. είχε γίνει «ασύνδετος» επειδή διάλεξε να στρέψει τη ροή της ερωτικής του ενέργειας στην Π. Μέσα της δεν διέκρινε καμιά απαίτηση ή επιθυμία για το αντίθετο, δηλαδή να είχε στρέψει το ερωτικό του ρεύμα στην ίδια. Τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν η ίδια η ερωτική του ενέργεια, από δική της θέληση κι εκλογή, είχε νιώσει ακατανίκητη και σταθερή έλξη για τη Θ. Τότε καμιά προσπάθεια του Φ. να τη στρέψει αλλού δεν θα μπορούσε να φέρει καρπούς. Θα ήταν πέρα από τις δυνατότητες του προσωπικού, εγωκεντρικού εαυτού του, και καθαρά υπόθεση των μαγνητικών ρευστών του. Και κανένα εγωκεντρικό εγώ δεν μπορεί να επιβάλει την επιθυμία του στα μαγνητικά ρευστά. Μ’αυτήν την έννοια, η έλξη, κάθε έλξη, πολύ περισσότερο η ερωτική, είναι μια δωρεά, ένα χάρισμα από μιαν άγνωστη περιοχή που κινείται και ενεργεί σύμφωνα με τους δικούς της νόμους και τη δική της εκλογή. Κι επειδή είναι ευρύτερη και βαθύτερη, ο επιφανειακός εαυτός θα πρέπει, κανονικά, να την υπακούει, να προσαρμόζεται σε αυτήν, να μην επεμβαίνει για να διακόψει την ελεύθερη ροή της. Αν οι άνθρωποι γνώριζαν αυτό το μυστικό, δεν θα υπήρχε αποτυχημένος έρωτας. Τι θα γινόταν τότε; Απλούστατα, ο έρωτας θα έκανε τον κύκλο του, την πορεία του, θα εξαντλούσε τα εσωτερικά καύσιμα του και θα έσβηνε, χωρίς αυτό να πληγώνει το άτομο. Και τι πληγώνει το άτομο;»

(…)

«Τι λοιπόν, πληγώνει το άτομο;» ρώτησε με ανυπομονησία η Λ.

«Για την ώρα διακρίνω τρεις παράγοντες: Ο ένας έχει να κάνει με τον εγωκεντρικό εαυτό του όταν επεμβαίνει στον έρωτα και τον κάνει σωστή τυραννία.»

«Αυτό ακριβώς έγινε με τον μεγάλο έρωτά μου, όπως ξέρεις,» αναφώνησε η Λ. «Τη μια καλή μας στιγμή τη διαδεχόταν δέκα τυραννικές. Ήταν ένας βασανιστής που ζητούσε την επιβεβαίωση της αγάπης μου με πλάγια βασανιστικά μέσα. Κι όταν κάποτε επαναστατούσα στην τυραννία του, μου ξεστόμιζε: «Να λοιπόν, που δεν μ’αγαπάς.» Και μ’άφηνε να πνίγομαι στους λυγμούς. Και ποιος είναι ο δεύτερος παράγοντας;»

«Ο δεύτερος παράγοντας οδηγεί στην κατάπνιξη του έρωτα, επειδή δεν συμβαδίζει με το εγωκεντρικό προγραμμά μας,» είπε η Θ.

«Διάνα,» είπε ζωηρά η Λ. «Ούτε αυτός ο παράγοντας απουσίαζε από τη σχέση μου με τον ΛΕ, όπως θα θυμάσαι. Αυτό που ένιωθε για μένα, του κατέστρεφε τα σχέδια για γάμο με μια μικρή και πλούσια κοπέλα. Γι αυτό έκανε τα αδύνατα δυνατά να το πνίξει.»

«Ακριβώς,» συμφώνησε η Θ. και συνέχισε: «Και ο τρίτος κάνει απεγνωσμένες προσπάθειες να συντηρήσει στην κατάψυξη το πτώμα του νεκρού πια έρωτα, ελπίζοντας ότι θα αναστήσει ξανά τις χαρές του.»

«Αυτή είμαι εγώ,» είπε σκυθρωπάζοντας η Λ. «Ενώ μέσα μου το ξέρω ότι η παλιά φλόγα έχει σβήσει, ότι ο ΛΕ. δεν νοιάζεται πια για μένα, ο νους μου βρίσκεται σε συνεχή απασχόληση με τις παλιές καλές στιγμές, ενώ η φαντασία μου σκηνοθετεί μιαν αναζωπύρωση του έρωτά μας, χωρίς καμιά από τις παλιές άσχημές του. Αλλά γιατί λες ότι πληγώνει αυτός ο τελευταίος παράγοντας; Εγώ βρίσκω παρηγοριά σ’αυτόν.»

«Ως πότε θα βρίσκεις;» την αντέκρουσε η Θ. «Κάποτε θα βαρεθείς να ζεις στη φαντασία και θα θελήσεις να ζήσεις απτά όλα τα ωραία που θα έχεις υφάνει μέσα σου. Και τότε, δεν θα πληγωθείς με την σκληρή πραγματικότητα που θα έχει κουρελιάσει τις ωραίες σου προσδοκίες;»

«Άκου λέει, θα γινόμουν κουρέλι. Θα πληγωνόμουν θανάσιμα. Δίκιο έχεις.»



Ιερός Γαμος 4





Κυριακή 19 Απριλίου 2015

Η μεταβατική φύση του εγωκεντρισμού - έπαινοι και επιτιμήσεις



«Το εγωϊστικό μέρος μας – δεν εννοώ το Εγώ – μου δίνει την εντύπωση πως είναι συσπειρωμένο γύρω από ένα κέντρο, που κακώς νομίζουμε πως είναι το Εγώ. Αυτό το κέντρο είναι ενστικτώδες και το κύριο πάθος του είναι η επιβολή επάνω στους άλλους, με κάθε τρόπο. Η επιβολή είναι η ζωή του. Αν δεν επιβληθεί στους άλλους φθίνει, πεθαίνει. Γι αυτό αυξάνει και φουσκώνει με τους επαίνους και γίνεται  έξω φρενών με τις επιτιμήσεις. Θέλει να κάνει υποχείριό του το «Εγώ» για να αποκτήσει πραγματική υπόσταση και να διαιωνίσει τη ζωή του πιο εύκολα.

 Το ό,τι εξαρτάται από τους άλλους, δείχνει τη μεταβατική του φύση. Το ό,τι αυξομειώνεται με τον έπαινο και την κατάκριση, επίσης. Το ό,τι μπορεί να πεθάνει από πείνα αν δεν βρει τρόπο να επιβληθεί, το ίδιο. Αν κανείς το χαλιναγωγήσει αρκετά ώστε να μην επηρεάζεται από την κρίση των άλλων, τότε αρχίζει άλλα τεχνάσματα.

Σε μισο-συνειδητες στιγμές, όταν είναι κανείς αφηρημένος, και δεν ρίχνει τον προβολέα της Συνειδητότητας επάνω του μπορεί να διακρίνει τις απίθανες ιστορίες που υφαίνει μέσα στη φαντασία. Τότε βλέπει κανείς τον εαυτό του να ποζάρει σαν το κεντρικό πρόσωπο ενός έργου, να γίνεται ήρωας, να συγκεντρώνει το θαυμασμό και τους επαίνους των άλλων. Κάνει ό,τι μπορεί, δηλαδή, για να τονώσει τη σπουδαιότητά του, την παρουσία του, την ύπαρξή του, την επιβολή του.

Γι αυτό δεν είναι αυθύπαρκτο από τη φύση του. Αν πέσει ο προβολέας της Συνειδητότητας επάνω του, διαλύει αυτές τις γελοίες πόζες και αν αυτό γίνεται χωρίς διακοπή για κάθε του αυτό-εξυψωτική τάση, τότε αρχίζει να φθίνει. Πράγμα που δείχνει πως η φύση του είναι φθαρτή, θνητή, μεταβατική. Βλέπω καθαρά πως αυτό το πράγμα χαίρεται και λυπάται μόνο αν κάτι το αυξήσει ή το μειώσει, γιατί άλλη σκέψη δε έχει από την επιβίωσή του. Υπάρχουν, όμως, χαρές και λύπες που δεν το αφορούν, που αγγίζουν κάτι άλλο μέσα μας κάτι το απρόσωπο θα έλεγα, αν χαρακτήριζα σαν «προσωπικό» το πρώτο.

Αν πάλι χαρακτήριζα το πρώτο σαν υπ–ανθρώπινο και ενστικτώδες , τότε το δεύτερο θα άξιζε να ονομαστεί γνήσια προσωπικό ή μάλλον ατομικό, γιατί αντιπροσωπεύει την πραγματική ουσία του ανθρώπου. Όταν χαίρομαι λοιπόν, μια όμορφη δύση, μια μεγαλόπρεπη καταιγίδα, μια φεγγαρόφωτη ή αστερόφωτη νύχτα, τη φύση γενικά, δηλαδή κάτι που ούτε αυξάνει ούτε μειώνει εκείνο τον παράγοντα μέσα μου, είναι φανερό πως η ευχαρίστηση αυτή πηγάζει από αλλού.»



Από τον εγωκεντρισμό στην καθαρή συνειδητότητα








Το εγωκεντρικό ζώο (υπάνθρωπος)




Στο παρακάτω απόσπασμα η Σοφία κάνει για πρώτη φορά λόγο για το «ζώο», μια ιδέα που συναντάμε και σε άλλα σημεία του Ιερού Γάμου. Το «ζώο» είναι ουσιαστικά ένα κομμάτι της δομής του ανθρώπου, καθαρά εγωκεντρικό. Ένα κομμάτι υπανθρώπινο. Η δομή που αναφέρει σε αυτό το απόσπασμα είναι η εξής:

Σώμα – ψυχολογικό ζώο – άνθρωπος. 
Αργότερα θα προσθέσει την «πηγή» και πολύ αργότερα τον «άγγελο» (Ιερός Γάμος 5).

Η διαπίστωσή της στην πρώϊμη αυτή φάση είναι ότι το «ζώο» έχει τα ηνία και όχι η ανθρώπινη υπόστασή μας. Επομένως το πρώτο βήμα είναι η συνειδητοποίηση αυτού που συμβαίνει. Βέβαια, η εξέλιξη από το εγωκεντρικό ζώο (υπάνθρωπο) στην ανθρώπινη υπόσταση είναι μια τεράστια διαδρομή, που ελάχιστοι θα καταφέρουν να διανύσουν…




 «Νάτο πάλι, το γνωστό ζευγάρι των αντιθέτων. Είναι εκνευριστικό το πόσο είμαι έρμαιο αυτών των τάσεων. Γιατί να μην μπορώ να βγω από τον τυραννικό κλοιό τους και να τις δω αποταυτισμένη απ’αυτές; Αποταυτισμένη; Τι εννοώ άραγε μ’αυτό;

Απόμεινε σαστισμένη. Είχε αφαιρεθεί εντελώς. Το επίμονο κορνάρισμα ενός αυτοκινήτου, την ξάφνιασε. Λίγο ακόμα και θα την είχε χτυπήσει.

Συνέχισε το δρόμο της ενώ συλλογιζόταν. «Γιατί, στο κάτω κάτω να ενοχλούμαι από ένα νόμο τόσο γενικό, που διέπει όλους τους ανθρώπους και τα ζώα;» Σταμάτησε. «Είπα και τα ζώα; Ναι, αλλά εδώ υπάρχει ένας κόμπος. Τα ζώα δεν εκμεταλλεύονται «ψυχολογικά» τα άλλα ζώα για την ψυχολογική επιβίωσή τους. Πεινούν, τρώνε. Θέλουν να κάνουν έρωτα, κάνουν. Όταν πεινούν κατασπαράζουν ένα άλλο ζώο, όταν θέλουν να κάνουν έρωτα παλεύουν με έναν αντίπαλο και κερδίζουν τη θηλυκιά. Φοβούνται τα δυνατότερα ζώα και προστατεύονται από αυτά με ένα αμυντικό σύστημα. Έτσι, εξασφαλίζουν την επιβίωσή τους. Ο άνθρωπος όμως, που έχει εξασφαλίσει τη σωματική επιβίωσή του και δεν κινδυνεύει πια από τα θηρία, γιατί έχει διατηρήσει αυτό τον μηχανισμό στην ψυχολογική περιοχή; Γιατί μεταβάλλει τον συνάνθρωπό του σε θύμα ή βορά για να χορτάσει τις ψυχολογικές του ανάγκες; Αυτό μου είναι μυστήριο. Άσε που το βρίσκω εντελώς περιττό και άχρηστο από πάνω. Λες και μέσα στο σώμα του ο άνθρωπος κρύβει ακόμα ένα ζώο της ζούγκλας. Κι αυτός ο νόμος της ζούγκλας επιδιώκει αμείλικτα τους στόχους του μέσα από τον άνθρωπο. Να, λοιπόν, τι δεν μπορεί να ανεχθεί πια το επαναστατημένο τμήμα μου.  Λες κι αυτό δεν ανήκει σε αυτό τον κόσμο. Και ασφαλώς δεν ανήκει, αφού νιώθει άσχημα που κάτι άλλο μέσα μου εκμεταλλεύεται τον Ο. για να χορτάσει την ψυχολογική του πείνα.

Ένα ζώο μέσα μου φωνάζει: Πεινάω και θα σε σπαράξω για να κορέσω την έλλειψή μου. Ή φοβάμαι ότι εσύ θα με κάνεις λεία σου για να κορέσεις τη δική σου πείνα, γι αυτό αμύνομαι ενάντια στην απειλή σου ή αντεπιτίθεμαι. Μέσα μου έχει επιβιώσει αταβιστικά ένα ζώο, που δεν με αφήνει να γίνω άνθρωπος. Θεέ μου τι αποκαλύψεις είναι αυτες; Πέρα για πέρα συντριπτικές. Δεν τις αντέχω.

Δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω έτσι,  να αφήνω το εσωτερικό ζώο να κατασπαράζει τα θύματά του. Αλλά τι να κάνω για να το εξημερώσω; Και υπάρχει κανένας δαμαστής μέσα μου για να το χαλιναγωγήσει; Για σκέψου σε τι ψυχολογική ζούγκλα ζούμε οι άνθρωποι. Και επιμένουμε να αποκαλούμαστε άνθρωποι, μόνο και μόνο επειδή τα σώματά μας είναι ανθρώπινα. Θεέ μου τι φρίκη! Μήπως όμως, δεν λεγόμαστε μόνο γι αυτό άνθρωποι; Μήπως υπάρχει μέσα μας και κάτι άλλο, που να μην είναι ζώο; 

Υποπτεύομαι ότι αυτό το κάτι άλλο είναι εκείνο που επαναστάτησε και που νιώθει φρίκη, εκείνο που θέλει να ελευθερωθεί από τα δεσμά του ζώου, να υποτάξει το ζώο και να ζήσει σαν άνθρωπος, δηλαδή χωρίς να χρησιμοποιεί τους άλλους για δικό του χορτασμό. Τώρα μου έρχονται στο νου τα όσα σκόρπια και ασαφή έχω ακούσει για την ανιδιοτελή αγάπη. Αλήθεια, μήπως ο Ο. εννοούσε κάτι τέτοιο τότε που έλεγε ότι εγώ δεν μπορούσα να αγαπήσω επειδή ζητούσα εγγυήσεις, ενώ η αγάπη η είναι ή δεν είναι από την αρχή; Νιώθω σαν αχτίνα από φως να έπεσε στο σκοτάδι μου. Υποπτεύομαι ότι ο Ο. ζει τον άνθρωπο μέσα του, ότι έχει ξεπεράσει το στάδιο του ζώου. Άρα, λοιπόν, αυτό  θα πρέπει να είναι η εσωτερική εξέλιξη. Εξέλιξη από το εσωτερικό ζώο, από το νόμο της ζούγκλας, προς την καθαρά ανθρώπινη περιοχή.

Θεέ μου, τι ανακούφιση που νιώθω τώρα! Και πόσο αλλιώτικα βλέπω τον Ο!  Θαρρώ πως αρχίζω κιόλας να τον αγαπώ όχι πια από την περιοχή του ζώου μέσα μου, αλλά από την αδύναμη ακόμα και μη – αναπτυγμένη ανθρώπινη υπόστασή μου!»

(…)

«Αναρωτιέμαι πως είναι δυνατό να πάρει τα χαλινάρια το ανθρώπινο στοιχείο. Πώς να είναι αυτό το πάνω. Είπα χαλινάρια. Από την άλλη, μίλησα για ζώο. Χαλινάρια και ζώο. Αυτός που κρατάει τα χαλινάρια δεν είναι, βέβαια, το ζώο, αλλά κάποιος που κυριαρχεί και κατευθύνει το ζώο από μια υψηλότερη θέση. Το ζώο το έχει κάτωθέ του. Ε, λοιπόν, αυτό είναι! Μέχρι τώρα το ζώο με είχε εκείνο κάτωθέ του και με ποδοπατούσε. Έκανε ό,τι εκείνο ήθελε. Και γω νόμιζα ότι τα καμώματά του ήταν ανθρώπινα και ότι αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό, αφού είναι καθολικό φαινόμενο. Σε τι σκοτάδι βρισκόμουνα! Τώρα, όμως, αγανακτισμένη από τα λακτίσματά του, σηκώθηκα και ένιωσα την ανάγκη να το πιάσω από τα γκέμια και να το χαλιναγωγήσω. Να είμαι εγώ αποπάνω κι όχι αυτό. Αρκετά με δυνάστευσε. Τώρα ξύπνησα. Ήρθε η ώρα να πάρω τη θέση που μου ανήκει. Από εδώ και πέρα, θα το κατευθύνω εγώ και όχι αυτό εμένα. Επιτέλους, έβαλα τα πράγματα σε κάποια τάξη. Και ποια είναι αυτή η τάξη;

Σώμα – ψυχολογικό ζώο – άνθρωπος.

Με τη διευκρίνιση ότι έτσι όπως είμαι τώρα, έτσι όπως είναι οι άνθρωποι, γενικά, ο «άνθρωπος» δεν φαίνεται πουθενά. Υπάρχει μόνο το σώμα και το ψυχολογικό ζώο που νομίζει κανείς ό,τι είναι άνθρωπος. Τι φρικτό λάθος, αλήθεια! Το ζώο να περνάει για άνθρωπος! Γι αυτό κανείς δεν σκέπτεται να εξελιχθεί, να αναπτυχθεί πέρα από το ζώο, αφού το πιστεύει για άνθρωπο. Είπα κανείς, αλλά δεν έχω δίκιο, αφού υπάρχουν μερικοί που νιώθουν την ανάγκη για εξέλιξη, έστω κι αν δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει αυτή η εξέλιξη ή τι είναι αυτό που χρειάζεται εξέλιξη μέσα τους. Είπα ότι η καινούρια αναγκαιότητα είναι να πάρω εγώ τα ηνία. Εγώ. Τι σημαίνει εγώ; Έτσι όπως το έθεσα το εγώ δεν είναι άλλο από το ανθρώπινο στοιχείο.  Γιατί, όμως, λέμε νιώθω ανάγκη για αγάπη, για γέμισμα κλπ; Γιατί μιλάμε δηλαδή στο πρώτο πρόσωπο; Μα το είπα κιόλας Είναι επειδή περνάμε το ζώο για άνθρωπο.

Τώρα, όμως, που άρχισα να ξυπνάω, θα πρέπει να λέω: Νιώθω την ανάγκη του ζώου μου για αγάπη ή για οτιδήποτε. Δεν θα πρέπει να μπερδεύω τις δικές του ανάγκες της ζούγκλας με τις δικές μου ανάγκες. Ό,τι είναι ανάγκη για εκείνο, μπορεί να μην είναι καθόλου ανάγκη για μένα. Έτσι, το ζώο γίνεται «εκείνο» και εγώ γίνομαι εγώ. Ένα εγώ που νιώθει, βέβαια, τις παρορμήσεις του ζώου του, αλλά ξέρει να τις ξεχωρίζει από τον εαυτό του. Το ζώο μου έχει, λοιπόν, συναίσθημα, έχει σκέψη, έχει διαίσθηση, ίσως να διαθέτει και έκτη αίσθηση, όπως όλα τα ζώα. Αλλά όλες του οι λειτουργίες στρέφονται γύρω από την αυτοσυντήρηση και επιβίωσή του, γύρω από τις επιθυμίες και τους φόβους του.

Άραγε, ο «άνθρωπος» δεν έχει λειτουργίες; Είναι δυνατό; Θα πρέπει να έχει. Παράδειγμα ο Ο. που, απ’ότι φαίνεται, μπορεί και αγαπά από ανθρώπινο ύψος. Τώρα, το θέμα είναι πώς να κρατιέμαι συνεχώς επάνω από το ζώο και να παρακολουθώ τα καμώματά του, χωρίς να το αφήνω να με ρίχνει κάτω και να με ποδοπατά, σφετεριζόμενο τη θέση μου, τη θέση του ανθρώπου. Με ποιο τρόπο; Νομίζω ότι μια καλή αρχή είναι αυτή που εγκαινίασα, παρακολουθώντας πως την μια τάση την διαδέχεται η αντίθετή της και πίσω πάλι από την αρχή. Αν τα καταφέρω να στέκομαι απ’ έξω και να παρακολουθώ πως το ζώο μου καλπάζει από την επιθυμία στον φόβο, τότε ίσως το εξημερώσω. Εκείνο που θέλω, βασικά είναι να μην διέπομαι από την επιθυμία – φόβο. Θέλω να ζω ελεύθερη από αυτή τη δεσμευτική κίνηση. Θέλω να λυτρωθώ από το ζώο. Θα τα καταφέρω όμως; Αυτό μόνο το μέλλον θα το δείξει.»


Τις επόμενες μέρες ένιωθε πολύ ξαλαφρωμένη. Κάτι είχε τακτοποιηθεί μέσα της κι ένιωθε σαν να είχε ξυπνήσει από βαθιά νάρκη. Η ζωτικότητά της είχε αυξηθεί. Σκέφτηκε να κάνει ένα πεντάλεπτο πείραμα, για να δει αν θα μπορούσε το εγώ, το ανθρώπινο στοιχείο, να παρακολουθήσει αντικειμενικά, επιστημονικά, τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τους φόβους και τις επιδιώξεις του ζώου μέσα της. Η παρακολούθηση ήταν τέλεια. Μόνο που το ζώο είχε κρυφτεί και δεν υπήρχε τίποτα στην οθόνη για να το παρακολουθήσει το εγώ. Κι όμως αυτά τα πέντε λεπτά δυνάμωσαν πολύ τη θέση του εγώ το ανύψωσαν αρκετά από το επίπεδο του ζώου. Υπήρχε μια διάχυτη αίσθηση ανάλαφρης χαράς και ελευθερίας. Σαν να είχε λυτρωθεί από το ζώο. Την άλλη μέρα, ξανάκανε το ίδιο πείραμα, αλλά για 20 λεπτά. Και την παράλλη για 40 ολόκληρα λεπτά. Η αίσθηση της χαράς, της ελευθερίας και της ανάτασης αυξήθηκε σημαντικά. «Αντίο ζώο,» φώναξε η Θ. χαρούμενη. Δεν ήξερε ότι σύντομα θα απογοητευόταν.»


Ιερός Γάμος  3