Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερός Γάμος 2. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερός Γάμος 2. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Ο Μυστικός Δείπνος - μια πράξη ιερού γάμου




Salvador Dali - Τhe sacrament of the last supper


«Μα είναι φανερό ότι  ο Μυστικός Δείπνος είναι μια πράξη ιερού γάμου ανάμεσα στις δυο όψεις του Θείου, που παίρνουν τη μορφή του άρτου και του οίνου. Ο Χριστός εξηγεί στους αποστόλους Του ότι ο άρτος είναι το σώμα Του και ο οίνος το αίμα Του. Αλλά δεν εξηγεί τι είναι η σάρκα και το αίμα Του. Ίσως αυτή η ερμηνεία να αρκούσε για το σκοπό που είχε στο νου Του. Και ποιος ήταν αυτός ο σκοπός; Απ’ότι δείχνει η όλη τελετουργία, ο σκοπός ήταν να δεχθούν οι μαθητές μέσα τους τον ίδιο το Θεό στη διπλή του υπόσταση, σαν σάρκα και σαν αίμα. Μ’άλλα λόγια, τονίζει την ανάγκη της εσωτερικοποίησης του Θεού. Όμως, μέσα στο σώμα του ανθρώπου, ο άρτος δεν μένει άρτος, ούτε ο οίνος οίνος: Και οι δυο ουσίες εισέρχονται σε ένα «σάρκινο δοχείο» κι εκεί διαλύονται στα πρωτογενή συστατικά τους, γίνονται ένα αμάλγαμα που δε θυμίζει σε τίποτα πια τον αρχικό άρτο και τον οίνο. Και σ’αυτή τη μετουσιωμένη μορφή αφομοιώνονται από το ανθρώπινο ον.  Δεν είναι, λοιπόν, ότι ο Θεός ζητάει μόνο να φαγωθεί από τον άνθρωπο, αλλά να διαλυθεί στα πρωταρχικά συστατικά του, κι έτσι αλλαγμένος να αφομοιωθεί από το σύστημα του ανθρώπου και να εκφραστεί μέσα απ’αυτόν.  Ο άνθρωπος, λοιπόν, και το σάρκινο «δοχείο» του που συγκερνά και μεταστοιχειώνει το Θείο, είναι το τρίτο στοιχείο, ο μετασχηματιστής του Θεού, η «στέρνα» που μέσα της κάνουν τους γάμους τους οι δυο όψεις του Θείου.

Αλλά τι εννοούσε ο Χριστός με τη σάρκα και το αίμα Του; Και γιατί άραγε τόνισε το εξιλαστήριο έργο του αίματος, λέγοντας: «Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο γαρ εστί το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών;» Γιατί δεν είπε τίποτα τέτοιο για τη σάρκα Του; Αυτό με κάνει να πιστεύω ότι μόνο η όψη του Θεού που συμβολίζεται με το αίμα έχει αυτή την ιδιότητα ή το λειτούργημα. Γι αυτό ήταν ανάγκη να χυθεί το αίμα Του και όχι απλώς να πέθαινε αναίμακτα. Μου’ρχεται στο νου η φράση. Ξέπλυνε τις αμαρτίες μας με το αίμα Του. Αυτό μου θυμίζει ότι οι άνθρωποι έτρεχαν παλιότερα στον Ιωάννη τον Βαπτιστή για να ξεπλύνει τις αμαρτίες τους με το νερό. Συμπεραίνω, λοιπόν, ότι το νερό και το αίμα έχουν ένα εξιλαστηριο λειτούργημα. Σώζουν τις ψυχές των ανθρώπων ξεπλένοντάς τες από τον ρύπο τους. Όταν ο Βαπτιστής είδε το Χριστό, συνειδητοποίησε ότι το δικό του βάπτισμα με το νερό ήταν κατώτερο από του Χριστού που θα τους βάπτιζε εν πυρί και πνεύματι αγίω. Δεν ανέφερε καθόλου το αίμα. Ο Χριστός, όμως, επιμένει ότι με τη θυσία του αίματός Του θα ξεπλένονταν οι αμαρτίες των ανθρώπων. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι το αίμα είναι μια ανώτερη μορφή του νερού, ακριβώς όπως το επίπεδο του Χριστού είναι πολύ υψηλότερο από εκείνο του Βαπτιστή. Ο ίδιος ο Βαπτιστής το ήξερε αυτό και είχε διστάσει να βαπτίσει ένα Ον τόσο ανώτερό του. Ο Χριστός ωστόσο, θέλησε να περάσει, συμβολικά, από την πιο χαμηλή μορφή της κάθαρσης, του εξιλασμού ή της σωτηρίας, κι ας μην την είχε ανάγκη ο ίδιος.

Ώστε λοιπόν, το νερό είναι μια μορφή του αίματος, σε χαμηλότερο επίπεδο. Στο επίπεδο του αίματος, ξέρουμε πιο είναι το αντιθετικό του συμπλήρωμα. Είναι η σάρκα. Στο χαμηλότερο επίπεδο, όμως, ποιος είναι το αντίστοιχο της σάρκας – άρτου ή το αντιποδικό συμπλήρωμα του νερού; Κάτι μου λέει ότι θα πρέπει να είναι η γη, το χώμα. Δεν λέμε για τη σάρκα, ότι είναι χώμα, λάσπη, πηλός; Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία. Στο χαμηλότερο, λοιπόν, επίπεδο, έχουμε το ζεύγος γη-νερό. Στο αμέσως επόμενο, που θα το έλεγα ενδιάμεσο ή μικτό, αφού ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, δηλαδή ταυτόχρονα Θεός και άνθρωπος, είναι η σάρκα και το αίμα ή ο άρτος και ο οίνος. Αλλά μας έχει δοθεί μια σαφής νυξη ότι υπάρχει κι ένα ύψιστο βάπτισμα, το βάπτισμα του πυρός ή του Αγίου Πνεύματος («αυτός υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω και πυρί» Ματθαίος Γ.11) Και πραγματικά, ο Χριστός φεύγοντας υποσχέθηκε στους μαθητές Του να τους στείλει το Άγιο Πνεύμα από ψηλά, σαν ένα ανώτερο υποκατάστατο του ίδιου. Όπως και έγινε, με τις φλόγες της Πεντηκοστής. Άρα, το πυρ είναι το ανώτερο σκαλοπάτι του αίματος. Η κλίμακα αρχίζει με το νερό, προχωρεί στο αίμα και κορυφώνεται στο πυρ. Τι γίνεται, όμως, με το άλλο σκέλος; Είναι φανερό ότι αρχίζει με το χώμα (γη), προχωρεί στη σάρκα και κορυφώνεται ….. σε τι κορυφώνεται; Εδώ τα βρίσκω μπαστούνια. Σε τι κορυφώνεται αλήθεια: Δεν έχουμε καμμιά νύξη από τις Γραφές; Δυστυχώς δεν έχω διαβάσει την Παλαιά Διαθήκη. Μόνο την Καινή κι αυτήν μόλις δυο φορές. Γι αυτό δεν μπορώ να πω πως την κατέχω.

Εδώ η Θ. σταμάτησε το γράψιμο. Είχα σκαλώσει κι ένιωθε απορημένη. Δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Με το μολύβι ακόμα στο χέρι, και το τετράδιο στα γόνατα, βυθίστηκε μέσα της. Και να, σε λίγο κάτι άρχισε να διακρίνει θαμπά. Ή καλύτερα, άρχισε να νιώθει κάτι σαν ελαφρό πετάρισμα, θρόϊσμα, ψίθυρο ή πνοή. Τινάχτηκε. Είχε βρει άκρη στο μυστήριο. Έσκυψε με ζέση επάνω από το τετράδιό της και συνέχισε το γράψιμο.

Επιτέλους! Τώρα φάνηκε καθαρά ποιο είναι το αντιποδικό αντίθετο του πυρός. Είναι ο άνεμος, που μια μορφή του είναι η πνοή, το φύσημα. Για την ακρίβεια, η λέξη «πνεύμα» περικλείει την «πνοή» και είναι γνωστό ότι ο Θεός είναι Πνεύμα. Από την άλλη, δεν μπορώ να λησμονώ ότι ο Θεός είναι επίσης Αγάπη. Θεέ μου, τι αποκαλύψεις είναι αυτές! Ώστε, λοιπόν, οι δυο όψεις του Θεού είναι το Πνεύμα και η Αγάπη. Αλλά το πνεύμα, σαν πνοή, σαν φύσημα, δημιούργησε την ορατή πλάση. Άρα, η πνοή είναι ο Λόγος, αφού με το Λόγο ο Θεός δημιούργησε τους κόσμους. Ας δούνε τώρα ολόκληρη τη διάταξη:

Γη (χώμα) – Νερό
Σάρκα (άρτος) – Αίμα (οίνος)
Πνοή (ανεμος) – Πυρ
Λόγος – Αγάπη

Κάτι μου λέει ότι θα μπορούσα να προσθέσω τη Λόγχη κάτω από τον Λόγο και το Δισκοπότηρο κάτω από την Αγάπη. Αυτό ενισχύεται από το ότι ο Χριστός δεν απέδωσε στη σάρκα κανέναν εξιλαστήριο ρόλο, αφού μόνον η Αγάπη μπορεί να θυσιαστεί και να σώσει. Από την άλλη, αφού ο Λόγος δημιούργησε έναν κόσμο διττό, που κινείται ανάμεσα στη γέννηση και στο θάνατο θα πρέπει να έχει διττή φύση. Δηλαδή καταστρέφει εκείνο που δημιουργεί και δημιουργεί νέους κόσμους από τα λείψανα των κατεστραμμένων. Ο δημιουργημένος κόσμος υπόκειται στο νόμο της εφήμερης και πρόσκαιρης ζωής. Και ο Λόγος, η γενεσιουργός αιτία του, θα πρέπει να είναι η εξωτερική όψη του Θείου. Η Αγάπη, από την άλλη, πονάει ην ψυχή του ανθρώπου και θυσιάζεται για να τη σώσει από το θάνατο, δηλαδή από το νόμο που διέπει ολόκληρη τη Δημιουργία του Λόγου. Άρα, η Αγάπη εκφράζει την αθανασία, που είναι ίσως η εσωτερική όψη του Θείου.
Ας ξαναφτιάξω τώρα την κλίμακά μου:

Γη (χώμα) – Νερό
Σάρκα (άρτος) – Αίμα (οίνος)
Πνοή (άνεμος) – Πυρ
Λόγος – Αγάπη
Θάνατος – γέννηση – Αθανασία
Λόγχη – Δισκοπότηρο

Κι ανάμεσα σε αυτές τις δυο Αρχές, ο άνθρωπος, που είναι δημιούργημα και των δυο. Το σώμα του, η σάρκα του, είναι έκφραση ου Λόγου και υπόκειται στο νόμο της γέννησης και του θανάτου, η ψυχή του είναι δημιούργημα της Αγάπης και γι αυτό αθάνατη.

Ο Λόγος και η Αγάπη είναι δυο αντιθετικές ή αντιποδικές Αρχές που ζητούν να ενωθούν. Στην περιοχή του Θείου, αν δεχθούμε ότι το Θείο είναι μια Τριάδα, θα πρέπει να τελούν τους γάμους τους στο Τρίτο Πρόσωπο της Τριάδας. Στην περιοχή της Δημιουργίας, αυτή η σύνθεση συντελείται μέσα στον μετασχηματιστή του ανθρώπου, του μικρόκοσμου.


Η Θ. έβαλε στην άκρη το μολύβι και το τετράδιό της, μ’έναν στεναγμό ανακούφισης. «Ελπίζω τώρα να ολοκληρώθηκε αυτό το ακανθώδες θέμα», συλλογίστηκε. 


Ιερός Γάμος  2











Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Το όραμα για το ανδρόγυνο βρέφος





"Το σώμα της ήταν γυμνό από τη μέση και πάνω, αφήνοντας ακάλυπτη τη στέρνα στο στήθος της. Τα χέρια της κρέμονταν σαν παράλυτα στα πλάγια του στενού κλιναριού. Το πρόσωπό της κάτωχρο, τα μάτια σφαλιστά. Τα μαλλιά της μαζεμένα πίσω, δεμένα με φαρδιά ταινία. Θα τη νόμιζε κανείς νεκρή, τόσο ακίνητη ήταν. Η αίθουσα φωτιζόταν από μια δάδα που δεν έπαιζε τη φλόγα της ούτε σχημάτιζε φωτοσκιάσεις.
Ξαφνικά, εμφανίστηκαν δυο όντα με ανθρώπινο σχήμα. Ένας άντρας, μια γυναίκα. Φορούσαν Μεσαιωνικά ρούχα. Στο κεφάλι του άντρα δέσποζε ένα μυτερό κάλυμμα με έμβλημα τον Ήλιο. Η γυναίκα φορούσε ένα στρογγυλό, φουσκωτό κάλυμμα, με έμβλημα το μισοφέγγαρο. Με τελετουργικές κινήσεις ήρθαν και στάθηκαν ο ένας στα δεξιά και ο άλλος στα αριστερά της ακίνητης Θ.
Απόθεσαν στο κορμί της, αυτός ένα χρυσό όργανο σε σχήμα τροχού κι εκείνη ένα ασημένιο όργανο σε σχήμα δρεπανιού. Έκαναν το σημείο του σταυρού στα μέτωπά τους και επάνω στο στέρνο – στέρνα της Θ. Με συντονισμένες κινήσεις γύμνωσαν εκείνος το δεξί κι εκείνη το αριστερό χέρι, μέχρι τον αγκώνα. Ύψωσαν τα χέρια τους επάνω από τη στέρνα. Ο άντρας άπλωσε το αριστερό του χέρι και πήρε το ασημένιο δρεπάνι. Η γυναίκα άπλωσε το δεξί της χέρι και πήρε τον χρυσό τροχό. Με ταυτόχρονες κινήσεις έφεραν τα όργανα στις αρτηρίες τους. Τις άνοιξαν. Το αίμα άρχισε να τρέχει. Από τον άντρα κατακόκκινο, από τη γυναίκα βαθυκύανο. Τα ζαφειρένια μάτια του Δ. παρακολουθούσαν, με πετρωμένο βλέμμα, τη μυητική σκηνή. Το αίμα τους έπεσε επάνω στο μαργαριτάρι, μέσα στη στέρνα. Υψώθηκε ένα σύννεφο ατμού που πύκνωνε βαθμιαία.

«Προσφέρω το αίμα μου θυσία στην εξανθρώπισή μου,» είπε με βαριά φωνή το ον με την αντρική μορφή.
«Προσφέρω το αίμα μου θυσία στην εξανθρώπισή μου,» είπε με μεταλλική φωνή το ον με το γυναικείο σχήμα.
«Προσφέρουμε το αίμα μας θυσία για τη γέννηση του Θείου Ανδρόγυνου Βρέφους,» είπαν κι οι δυο μαζί.

Πυκνά σύννεφα ατμού τύλιξαν και τις δυο μορφές. Όταν καθάρισε η ατμόσφαιρα, αυτοί έλειπαν από την αίθουσα. Η Θ. ήταν ακόμα ακίνητη, χλωμή σαν λείψανο. Ο Δ. πλησίασε στις μύτες των ποδιών του. Έσκυψε επάνω από τη στέρνα. Το μαργαριτάρι είχε αυξηθεί σε όγκο. Η αύρα που ανάδινε ήταν πολύ πιο έντονη τώρα. Ένιωσε μια ζάλη. Έκλεισε τα μάτια. Νόμισε ότι θα λιποθυμούσε. Όταν συνήλθε είδε τη Θ. να του χαμογελάει με αθώο βλέμμα. Κρατούσε ένα ποτήρι με νερό στο χέρι. Το άλλο χέρι της ήταν βρεγμένο. Το φερε στο πρόσωπό τους και τον δρόσισε.

«Ευτυχώς, δεν ήταν τίποτα, μια μικρή ζάλη. Πιες μια γουλιά να συνέλθεις. Τι λες, πάμε; Είναι κιόλας αργά.»
Χωρίς μιλιά, ο Δ. την ακολούθησε. Έξω από το σπίτι της έδωσαν τα χέρια με μια νέα αίσθηση επικοινωνίας."



Ιερός Γάμος  2





Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

Η στέρνα και το μαργαριτάρι




«Ο συνηθισμένος άνθρωπος είναι στο έλεος του οργανισμού του.  Του ενστικτώδους κέντρου, δηλαδή των εντυπώσεων που προσλαμβάνει με τις αισθήσεις, στο έλεος των ορέξεων, της αδράνειας, της αρρώστιας. Είναι επίσης έρμαιο των συναισθημάτων που συνδέονται με ανθρώπους και τοποθεσίες, παλιές και καινούριες, συμπάθειες και αντιπάθειες, έρμαιο του φόβου και της αγωνίας. Επίσης είναι έρμαιο της σκέψης, δηλαδή της φαντασίας, του ονειροπολήματος, της υποβολής. Πραγματικός άνθρωπος είναι αυτός που καταλαβαίνει γιατί ζει, τι σκοπούς υπηρετεί το σώμα του και τι πρέπει να κάνει. 

 «Δεν ξέρω αν σε αγγίζουν όλα αυτά,» αναρωτήθηκε η Θ. 

«Με εκπλήττεις Θ., θα’ πρεπε να ξέρεις άμεσα,» διαμαρτυρήθηκε εκείνος. 

Έμειναν σιωπηλοί για ένα διάστημα. Τη σιωπή την διέκοψε ο Δ. που είπε, με στοχαστικό ύφος:

«Συλλογίζομαι τον παραλληλισμό σου με το όστρακο. Το φαντάζεσαι μήπως σε καμιά στέρνα;»

Η Θ. γέλασε.
«Όχι, το όστρακο και η στέρνα είναι το ίδιο για μένα.»

«Πως είναι το ίδιο;» απόρησε ο Δ.

«Να, μέσα στο όστρακο μπορεί να κατασκευαστεί ένα μαργαριτάρι από τη διάλυση και μίξη των εξω-ανθρώπινων στοιχείων. Εγώ νιώθω σ’αυτήν εδώ την περιοχή (έδειξε το στέρνο της) μια στέρνα, που μέσα της χύνονται τα δυο ρεύματα, περνούν από την σπαγειρία τους, τελούν τους ιερούς γάμους τους και μεταμορφώνονται σε μαργαριτάρι. Σ’ένα μαργαριτάρι που αυξάνει σε όγκο με κάθε νέο γάμο των Κοσμικών Ρευμάτων. Μεγαλώνοντας το μαργαριτάρι, μεγαλώνει και η στέρνα.»

«Κάτι αρχίζω να υποπτεύομαι,» είπε ο Δ. «Κι είναι μεγάλο το μαργαριτάρι σου, Θ.;»

 Ιερός Γάμος 2



 



Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

Στον εξώστη του κόσμου




«Τράβηξαν κατά τη θάλασσα που σπίθιζε κάτω από τον ήλιο, την οδήγησε μακριά από τη θάλασσα, μέσα από αγρούς, από δασύλλια, από θαμνώδη μέρη, την έβγαλε πάλι στη θάλασσα, σε μιαν άλλη θάλασσα, έπειτα την πέρασε από άλλους αγρούς, από άλλα δάση, από άλλες θαμνώδεις εκτάσεις. Η Θ. πρόσεξε ότι είχαν διαγράψει έναν μεγάλο κύκλο. Η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους ήταν όμορφη, απαλή, ανάλαφρη. Ο Δ. δεν είχε καμιά σαρκική βαρύτητα, η Θ. κόντευε να βγάλει φτερά. Κανείς δεν είχε όρεξη για κουβέντες. Και οι δυο ρουφούσαν την ομορφιά της κυκλικής περιήγησης. Όταν συμπληρώθηκε ο ένας κύκλος, άρχισε ένας δεύτερος, αρκετά στενότερος, σε πιο ανηφορικό επίπεδο. Οι εναλλαγές ανάμεσα σε στεριά και σε θάλασσα έγιναν πιο συναρπαστικές. Έκλεισε και ο δεύτερος κύκλος. Άρχισε ένας τρίτος, σε πολύ πιο ψηλό επίπεδο. Και πιο στενός από τους άλλους. Περίεργο, η Θ. δεν είχε δει κανένα ύψωμα αρχικά. Το ότι, όμως, βρέθηκαν ξαφνικά να ανεβαίνουν, σε σπείρες, ένα ύψωμα δεν την ξάφνιασε καθόλου. Σαν να ήταν το μόνο φυσικό που μπορούσε να συμβεί. Καμιά κορυφή δεν υψωνόταν απανωθέ τους. Κι όμως ανέβαιναν. Όταν συμπληρώθηκε και ο τρίτος κύκλος, ο Δ. άνοιξε την πόρτα του και βγήκε. Άνοιξε και τη δική της και τη βοήθησε να βγει.

«Δεν πάει άλλο το αυτοκίνητο, θα συνεχίσουμε με τα πόδια. Δώσε μου το χέρι σου» της είπε.

Η Θ. κοίταξε γύρω της. Μπροστά της απλωνόταν, κυκλικό, το τρίτο πεδίο της ανάβασής της. Η έκταση ήταν εντελώς επίπεδη. Έδωσε το χέρι της στον Δ. και αφέθηκε να την οδηγήσει. Ο δρόμος άρχισε να ανηφορίζει. Η Θ. απόρησε. Αφού όλη η έκταση ήταν επίπεδη, πως βρέθηκαν να ανηφορίζουν; Αλλά δεν είχε λόγια. Όλα της φαίνονταν τόσο αφύσικα φυσικά και τόσο φυσικά αφύσικα. Ανέβαιναν, ανέβαιναν, στην επίπεδη γη, ώσπου έφτασαν μπροστά σε μια ξύλινη πόρτα. Πως είχε ξεφυτρώσει έτσι ξαφνικά μπροστά τους; Η Θ. δεν ένιωθε καμιά περιέργεια. Ήταν δοσμένη στην πληρότητα της στιγμής. Ο Δ. έψαξε και βρήκε στο σύρτι της. Την άνοιξε.  Τράβηξε μέσα τη Θ. και έκλεισε. 

Βρέθηκαν σε ένα βαθύσκιο από πανύψηλα δέντρα. Της φάνηκε ότι ανήκαν σε άλλη χλωρίδα. Αλλά ούτε αυτό την παραξένεψε. Προχώρησαν. Βγήκαν από το βαθύσκιο. Πέρασαν ανάμεσα από κάτι παρτέρια. Τα λουλούδια άνθιζαν σε πανύψηλους μίσχους, ίσαμε το μποϊ τους. Τα μάτια της Θ. θάμπωσαν από το αιμάτινο χρώμα τους. Της φάνηκε ότι έγερναν τα κεφάλια τους σαν για να την καλωσορίσουν. Το κόκκινο άρχισε να ξεθωριάζει σ’ένα γλυκό ροζ. Μια σειρά από πορτοκαλόχρωμα λουλούδια τώρα άρχισαν να κάνουν τις ελαφρές υποκλίσεις τους. Πιο κάτω την τύφλωσε το εκθαμβωτικό κίτρινο κάτι άλλων λουλουδιών. Τα κίτρινα τα διαδέχτηκαν πράσινα λουλούδια, στην ίδια διάταξη, με τις ίδιες εθιμοτυπικές κινήσεις. Τη σειρά των πράσινων την πήραν τώρα τα γαλάζια και τη σειρά των γαλάζιων, τα μαβιά. Η Θ. τους κινούσε κι αυτή το κεφάλι σε αντιχαιρετισμό. Βρισκόταν σε ελαφριά μέθη που την είχε μεταφέρει σε άλλη περιοχή. 

«Γύρισε τώρα πίσω το βλέμμα σου και κοίταξε μέσα από αυτό το συγκεντρωτικό φακό,» της είπε ο Δ. και της έδωσε ένα φακό. 

Η Θ. έκανε μεταβολή και κοίταξε μέσα από το φακό. 

«Θεέ μου,» ψέλλισε. «Τι είναι αυτό;»

Ο φακός είχε συγκεράσει τα χρώματα όλων των λουλουδιών σ’ένα γλυκύτατο λευκό, σ’ένα λευκό που δεν τύφλωνε, που δεν ζάλιζε, σ’ένα λευκό που ήταν η εξωτερική ανταύγεια μιας εσωτερικής χωνεμένης φλόγας. Η καρδιά της γέμισε από ανείπωτη γλυκύτητα. Δεν εννοούσε να ξεκολλήσει τον φακό από τα μάτια της. Ο Δ. την τράβηξε από τον αγκώνα. 

«Έλα,» της είπε μαλακά, «μας περιμένουν κι άλλα.»

«Ξέρεις,» είπε η Θ. γυρίζοντας σ’αυτόν, «αυτό το απαλό αντιφέγγισμα του φίλντισι, το έχει κι ο μαργαρίτης της στέρνας μου.»

Ο Δ. κούνησε το κεφάλι σαν να ήξερε. Εκείνη τη στιγμή ήξερε, αν και η Θ. ποτέ δεν του είχε φανερώσει τι γινόταν στη στέρνα της. Την πήρε πάλι από το χέρι και προχώρησαν. Τα βήματά τους δεν άφηναν ήχο. Τότε η Θ. θυμήθηκε ότι ούτε τα λόγια που είχε πει στον Δ. είχαν βγάλει ήχο. 

«Δ. μίλησέ μου, σε παρακαλώ, μίλησέ μου δυνατά,» γύρισε και του είπε. 

«Σωστά κατάλαβες, Θ. Δεν ακούγεται ήχος εδώ,» της είπε ο Δ.

«Τότε, πως μιλάμε;» απόρησε η Θ.

«Αυτό εσύ το ξέρεις καλύτερα από μένα. Τι έλεγες στην κυρία Κ; Δεν της έλεγες ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος επικοινωνίας εκτός από τον λεκτικό;»

«Δίκιο έχεις,» παραδέχτηκε η Θ. Δεν της φάνηκε καθόλου παράξενο που ο Δ. ήξερε τη στιχομυθία της με την κυρία Κ. χωρίς να του έχει πει τίποτα. 

«Κοίτα κάτω Θ.» της είπε ο Δ. κι έδειξε μακριά με το χέρι του. Η Θ. κοίταξε. Κι είδε τη θάλασσα να αναδιπλώνεται σ’όλες τις αποχρώσεις των ψυχρών χρωμάτων, πράσινη γαλάζια, βαθυγάλανη, μαβιά. Επάνω της πετάριζαν ασημένιες μαρμαρυγές. 

«Τι όμορφη που είναι η θάλασσα! Και πόσο κάτωθέ μας! Σαν να είμαστε στον εξώστη του κόσμου, Δ. Δεν νομίζεις;»

«Ναι, Θ.» συμφώνησε ο Δ. «Κοίτα τώρα επάνω,» είπε, υψώνοντας το χέρι του. 

Η Θ. κοίταξε και είδε τον ουρανό να αναδιπλώνεται σ’όλες τις αποχρώσεις των θερμών χρωμάτων. Κόκκινος, πορτοκαλής, κίτρινος. 

«Θεέ μου,» ψέλλισε θαμπωμένη. «Κάτω η θάλασσα, επάνω ο ουρανός και εμείς ανάμεσά τους. Που ανήκουμε, Δ;»

«Αυτό το ξέρεις καλύτερα εσύ, Θ. Έλα κοντά στο πεζούλι.»

Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στα κράσπεδα της περιοχής όπου υψωνόταν ένα χαμηλό πεζούλι. 

Η Θ. πλησίασε και κοίταξε κάτω. Χάος χώριζε την περιοχή τους από τη θάλασσα. Δεν έβλεπε πουθενά γη. Λες και όλη η γη, και όχι μόνο όλη η γη, αλλά όλοι οι πλανήτες και οι απλανείς αστέρες, όλοι οι αστερισμοί, να είχαν συμπτυχτεί σ’αυτή και μόνη την περιοχή που πατούσαν οι δυο τους. Και η περιοχή αυτή της φάνηκε επίπεδη, σαν πιάτο. Έπλεε, σαν νησί, σαν σύννεφο, ανάμεσα ουρανού και γης, χωρίς να ακουμπάει πουθενά. Έμοιαζε με εναέριο σκάφος. 

«Τι ωραία, Δ. πόσο χαίρομαι που μ’έφερες εδώ.»

«Δεν σου υποσχέθηκα να σε πάω κάπου που να σου θύμιζε τον Παράδεισο;» είπε κοιτάζοντάς την με εξαϋλωμένη αγάπη. 

Η αγάπη στα μάτια του πλήθυνε, έγινε νερό, έγινε σύννεφο και άρχισε να διαλύει το φυσικό του σχήμα. 

«Θ. κοίτα το σώμα σου,» της είπε. 

Η Θ. γύρισε για να δει το σώμα της. Είχε αρχίσει κι αυτό να διαλύεται. Έχανε τη σταθερή μορφή του. Την πλημμύρισε ένα αίσθημα αγαλλίασης. Πόσο ανάλαφρη ένιωθε τώρα που είχε απαλλαγεί από το βάρος του σαρκίου. Ένα ανάβρυσμα χαράς άρχισε να την συνεπαίρνει.

«Αλλάζουμε σώμα, Δ.» του φώναξε με άνηχη φωνή. 

«Ναι αγάπη μου,» της αποκρίθηκε εκείνος.

Η μια μεταλλαγή ακολούθησε την άλλη. Στο τέλος δεν έμεινε παρά ένα αχνό, συννεφένιο σώμα. Η Θ. ένιωσε κάτι να γαργαλάει τις πλάτες της. 

«Τι έχω στις πλάτες μου, Δ.; τον ρώτησε.

«Είναι τα φτερά σου, αγάπη μου,» της ψιθύρισε γεμάτος λατρεία. 

«Που είναι τα δικά σου, Δ.;»

«Εγώ δεν έχω, γλυκιά μου. Δεν είμαι σαν εσένα. Θέλω όμως να γίνω κάποτε φτερωτός, θέλω να σου μοιάσω.»

«Τι κρίμα, Δ. Θα ήταν ωραία να νιώθαμε ακριβώς το ίδιο.»

«Ναι Θ. Αλλά κι αυτό που μπόρεσα να νιώσω είναι πολύ για μένα. Και το οφείλω στην αγάπη μου για σένα.»

«Γιατί η αγάπη σου δεν σου έδωσε φτερά, Δ;»

«Ξεχνάς ότι το κάθε τι μπορεί να φθάσει ως εκεί που του επιτρέπει ο σπόρος του;»

«Αλήθεια, το είχα ξεχάσει.»

«Αυτό με κάνει να σ’αγαπώ ακόμα πιο πολύ. Να σ’αγαπώ σαν πλάσμα του ουρανού.»

«Ναι Δ.» είπε η Θ. γεμάτη από την αγαλλίαση τόσων μεταμορφώσεων. 

«Έλα τώρα εδώ,» της είπε και την οδήγησε σε μιαν άλλη γωνιά του παράξενου “σκάφους”.

«Ας ξαπλώσουμε σ’αυτά τα χαλίκια από φίλντισι.»

Ξάπλωσαν. Για προσκεφάλι τους έβαλαν από μια αγκαλιά σμαραγδένια φύλλα.

«Σ’ακούω, Δ.» είπε η Θ. νιώθοντας ότι ο Δ. ήθελε να της κοινοποιήσει κάτι το πολύ σημαντικό. 

«Θ. θέλω να σου μιλήσω για τη Σεραφίτα.»

«Τη Σεραφίτα του Μπαλζάκ, που είχες αναφέρει στην τελευταία μας συνάντηση;»

«Ναι, Θ.»

Ιερός Γάμος  2




Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Εσύ, φίλη μου, πέθανες







Δυο πρόσωπα που αναφέρονται στον Ιερό Γάμο, η Β. και ο Γ.Γ. διατηρούσαν αλληλογραφία με τη Σοφία. Ζούσαν στο εξωτερικό και απο ότι φαίνεται είχαν μια πολύ εκλεπτυσμένη και βαθιά επικοινωνία με τη Σοφία. Αναφέρεται επίσης πως υπήρχαν σκέψεις για κάποια συνεργασία μεταξύ τους. Το παρακάτω συγκινητικό απόσπασμα είναι απο γράμμα του Β.Β. προς τη Σοφία. 




«Καταλαβαίνω και νιώθω τις μεγάλες δυσκολίες που ασφαλώς αντιμετωπίζει κανείς μετά το σπάσιμο του κλοιού. Δεν υπάρχει κανένα «μια για πάντα». Θα πρέπει να βαδίζουμε συνεχώς στα ακροδάχτυλά μας, διαφορετικά, πολύ σύντομα θα βρεθούμε να στηριζόμαστε και πάλι στα πέλματά μας. Αλλά η ζωή δεν είναι στατική και κανείς δεν μπορεί να αρπαχτεί από τα ταχύρροα νερά της. Αιώνια επαγρύπνηση, ελαστική επίγνωση, παθητική εγρήγορση και όχι επιθετική δράση, είναι το τίμημα για την δημιουργική κατάσταση του είναι.

Δεν υπάρχει ούτε λόγος, ούτε χώρος για απελπισία, λύπη, θρήνους και δάκρυα. Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Γιατί να λυπάσαι; Βγήκες από το σκοτάδι στο φως. Μείνε, λοιπόν, στο φως, για να διαλύεις τα σκοτάδια απ’ όπου περνάς. Εσύ, φίλη μου άναψες ένα φως μέσα σου και τι άλλο μπορούν να κάνουν οι καημένες οι σκιές από το να θρηνούν και να αγωνίζονται απεγνωσμένα για να υπερασπίσουν την ψεύτικη και εφήμερη ύπαρξή τους, προτού διαλυθούν στο φως της αληθινής δράσης;  Ίσως οι σκιές, όπως τα φτωχά ανθρώπινα όντα, φοβούνται να αντικρύσουν το φως και δεν γνωρίζουν τη χαρά της διάλυσης, την έκσταση του «θνήσκειν». 

Εσύ, φίλη μου, πέθανες, πραγματικά πέθανες σ’όλα τα χθες, σ’όλο το παρελθόν και τώρα στέκεσαι ανανεωμένη και δροσερή για να ανταποκριθείς στις πάντα καινούργιες προκλήσεις της ζωής. Η ουσία αυτής της ανταπόκρισης δεν είναι ο χρόνος, αλλά η σιγή. Τότε υπάρχει η δυνατότητα μιας αλλαγής, μιας μεταμόρφωσης σε μιαν εντελώς καινούρια ποιότητα του νου. Αυτή η σιγή ενεργεί με τρομακτική δύναμη – όπως σου δίδαξε η πείρα σου αυτής της στιγμής – δημιουργεί τη δική της ενέργεια – μια φωτιά που πυρπολεί όλες τις συγκρούσεις, όλη τη σκουριά, όλους τους φόβους. Και αυτή ακριβώς είναι η ομορφιά της.»


Ιερός Γάμος 2