Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιωματικές εμπειρίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιωματικές εμπειρίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Κάτω από την επιφάνεια των αντιθετικών ζευγών




«Είδε λοιπόν, ότι η δυστυχία ήταν ο ένας πόλος του επιφανειακού νου ή του φλοιού, ενώ  ο άλλος ήταν η ευτυχία, μια ευτυχία, ωστόσο που εύκολα γύριζε στον αντίθετο πόλο της, τη δυστυχία.  Με την παραμικρή αντιξοότητα.  Ήταν ευτυχία με όρους.  Γι αυτό οι άνθρωποι την περιφρουρούσαν με δρακόντια μέσα, χτίζοντας τείχη γύρω της, κρατώντας την σπασμωδικά, ή καλύτερα, κρατώντας τις συνθήκες που μέσα τους μπορεί να ζήσει. Αλλά έτσι, από κάτω υποβόσκει πάντα η αγωνία μήπως οι όροι αλλάξουν και η ευτυχία διαλυθεί, αφήνοντας στη θέση της το αντίθετό της, τη δυστυχία. Επομένως, ούτε μέσα στο κλίμα της ευτυχίας μπορεί να νιώσει κανείς απόλυτα ευτυχισμένος, επειδή υπάρχει ο φόβος της στέρησης της ευτυχίας. Αλλά ούτε τη δυστυχία τη ζει κανείς ανόθευτα. Αυτόματα, μπαίνει σε κίνηση ο αντίθετος μηχανισμός με τη μορφή της ελπίδας, της προσδοκίας, του ονειροπολήματος, ακόμα και της ενεργητικής προσπάθειας για φυγή.

Που βρισκόταν, λοιπόν, η αληθινή ευτυχία, μια ευτυχία ανεξάρτητη από αντιξοότητες, που να μην χαλά με τίποτα, που να μην μετατρέπεται σε δυστυχία; H Θ. είχε ζήσει στο κλίμα της αληθινής ευτυχίας, που την ονόμαζε «το άχρονο». Βέβαια, η γεύση της δεν έμοιαζε με τη γεύση της λεγόμενης «ευτυχίας», αλλά τι σημασία είχε αυτό; Η Θ. δεν μπορούσε να σταθεί στη γεύση, το θέμα την έκαιγε στη βασική ουσία του. Και το άχρονο βρισκόταν κάτω από το ζευγάρι ευτυχία – δυστυχία που ζει στην επιφάνεια του είναι ή στον φλοιό του εγκεφάλου. Το μυστικό, λοιπόν, ήταν να βυθιστεί κανείς κάτω από την επιφάνεια των αντιθετικών ζευγών. Οπότε η ευτυχία και η δυστυχία παύουν πια να έχουν νόημα. Όποια τροπή κι αν πάει τότε η ζωή του ανθρώπου, καλή ή κακή, σύμφωνα με τα κριτήρια της επιφάνειας, αυτός που έχει τις ρίζες του στο άχρονο δεν νιώθει ούτε ευτυχισμένος ούτε δυστυχισμένος με την τρέχουσα έννοια. Δεν τον αγγίζει πια η ευτυχία ή η δυστυχία της επιφάνειας. Τίποτα επιφανειακό δεν μπορεί να προσθέσει έστω και μια σταγόνα στην πληρότητα του άχρονου και τίποτα να αφαιρέσει έστω έναν κόκκο από την ίδια αυτή πληρότητα. Το Πλήρες, το Άχρονο, δεν υπόκειται ούτε σε αύξηση, ούτε σε μείωση.


«Για σκέψου ότι ήμουν αιχμάλωτη των αντιθέσεων της επιφάνειας τόσα χρόνια!» συλλογίστηκε. «Για σκέψου επίσης πόσοι άνθρωποι κυνηγούν την ευτυχία της επιφάνειας, πέφτοντας στο αντίθετό της, χωρίς να υποπτεύονται την ύπαρξη ενός υπόβαθρου από αδιάσπαστη Ευτυχία που δεν έχει καμμιά σχέση με τις αντιθέσεις. Ωστόσο, θα άγγιζα ποτέ το άχρονο και πλήρες αν δεν είχα χτυπηθεί αλύπητα ανάμεσα στις Συμπληγάδες των αντιθέτων;»


Ιερός Γάμος  4




Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Μια βαθιά εσωτερική κρίση




«Τώρα που βλέπω καθαρά τον οξύ διαχωρισμό ανάμεσα στο Απόλυτο Πνεύμα και την Απόλυτη Ύλη, μπορώ επίσης να αντιληφθώ ποιοι άνθρωποι βρίσκονται πιο κοντά στον πόλο της Απόλυτης ύλης και ποιοι στον πόλο του Απόλυτου Πνεύματος. Είναι θέμα αναλογίας ανάμεσα στα δυο στοιχεία. Αν ένας αποτελείται από δυο μέρη ύλης και από ένα μέρος Πνεύματος, το Πνεύμα θα είναι πολύ αδύνατο και δεν θα έλκεται από τον πόλο του Φωτός. Ενώ αντίθετα, τα δυο μέρη της ύλης θα έλκονται με μαγνητική δύναμη στον πόλο της Ύλης.

Ώστε τα πάντα είναι θέμα στόφας και αυτή η εσωτερική στόφα καθορίζεται από Κοσμικές και Πλανητικές επιδράσεις κατά την ώρα της σύλληψης και της γέννησης. Υπάρχουν στιγμές και περίοδοι μέσα στο διάστημα εντός χρόνου που ένα ορισμένο μέρος της γης εκτίθεται σε βαριές, υλικές επιρροές που διαθέτουν ελάχιστο «πνεύμα». Και αυτές τις επιρροές τις απορροφά το παιδί. Απ’την άλλη, υπάρχουν άνθρωποι που αποτελούνται από δυο μέρη πνεύματος και ένα Ύλης, οπότε έλκονται προς το Πνεύμα.

Όταν μιλάω για συνάντηση με τους «συγγενείς» μου, δεν εννοώ ανθρώπους σαν τον ΝΖ, την Λ, την Σ, την Α, ή την Θ που τα πνευματικά τους στοιχεία δεν είναι δυναμικά ούτε ενδιαφέρονται άμεσα για την ένωση με το Απόλυτο. Τα πρόσωπα που ανέφερα και που θα μπορούσε ο αριθμός τους να αυξηθεί με την προσθήκη πολλών άλλων, είναι περισσότερο υλικά παρά πνευματικά, περισσότερο ενδιαφέρονται για τις ανέσεις της Ζωής παρά να διακινδυνεύσουν τα πάντα για να ενωθούν με το Απόλυτο. Γι αυτό δεν κάνουν τίποτα για να ενώσουν τους δυο κόσμους. Και πώς να τους συνδέσουν αφού ζουν ουσιαστικά στον έναν κόσμος και υπακούουν στις προτροπές του.»

(…)

«Για αρκετό καιρό τώρα νιώθω πως δεν είμαι μέσα στο σώμα μου γι αυτό μπορώ και τα παρακολουθώ αντικειμενικά, σαν να είναι αντικείμενο. Αυτό σημαίνει ότι έχω αποσυρθεί σε μεγάλο βάθος, σε ένα βάθος που ανοίγεται σε έναν χώρο του απείρου που πριν δεν είχα αγγίξει γιατί οι κεραίες μου δεν ήταν τόσο μακριές όσο τώρα. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι τώρα αντλώ την «τροφή» μου από μια κοσμική περιοχή πολύ πιο μακρινή από τη γη μας και από την προηγούμενη περιοχή που είχε γίνει προσιτή στις αόρατες κεραίες μου. Γι αυτό τώρα άρχισαν να λειτουργούν κέντρα που πριν ήταν αδρανή, κέντρα που αντιστοιχούν σ’αυτήν την πιο μακρινή περιοχή του περιβάλλοντος σύμπαντος.

Αυτά τα κέντρα δέχονται τώρα επιρροές και κοσμικά ρεύματα που πριν δε μου ήταν δυνατό να απορροφήσω και όλα αυτά συμβαίνουν γιατί φαίνεται πως μπήκα σε νέα εσωτερική φάση, πιο βαθιά από τις προηγούμενες. Όλες μου οι δυνάμεις έχουν αποσυρθεί από την υλική επιφάνεια, αφήνοντας το σώμα με ελάχιστη ενέργεια, για να ανταποκριθούν στις απαιτήσει αυτής της νέας εσωτερικής φάσης που τείνει να ενωθεί και να εξερευνήσει μια απόμακρη περιοχή του αόρατου κόσμου. Γι αυτό τα νεύρα είναι πολύ τεντωμένα, οι αδένες πονούν από την ένταση, το στομάχι δε δέχεται βαριά τροφή και το μόνο που επιθυμεί είναι λεμόνι, χαμομήλι και κάτι ανάλογο.»

(…)

«Περνάω από μια βαθιά εσωτερική κρίση. Βρίσκομαι σ’ένα ευρύτατο κενό και αυτό το κενό είναι η Ζωή. Η άσκοπη Ζωή, η Ζωή που αποτελεί την ίδια της τη δικαίωση, που είναι ο ίδιος της ο σκοπός, μου είναι κάτι το απόλυτα ξένο, που δεν μπορώ να το αφομοιώσω. Και η αιτία είναι ότι δεν είμαι φτιαγμένη για να ζήσω σ’αυτό το τεράστιο κενό της Ζωής που μου φαίνεται κενό επειδή δεν βρίσκω νόημα στο να ζω απλώς και μόνο χωρίς να ξέρω γιατί ζω. Αυτό είναι ένα αδιέξοδο για τη φύση μου που ζητάει νόημα. Το ερώτημα που με βασανίζει είναι: Για ποιον ύστατο σκοπό ζω; Για μένα, η Ζωή είναι το μέσο, το όχημα, που θα με μεταφέρει σε κάτι που βρίσκεται πέρα απ’αυτήν. Γι αυτό η Ζωή είναι για μένα ένας τομέας απόγνωσης και τυφλότητας, παρ’ όλη της την ευρύτητα και τον απερίγραπτο πλούτο.»


Από τον εγωκεντρισμό στην καθαρή συνειδητοτητα








Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

Στον εξώστη του κόσμου




«Τράβηξαν κατά τη θάλασσα που σπίθιζε κάτω από τον ήλιο, την οδήγησε μακριά από τη θάλασσα, μέσα από αγρούς, από δασύλλια, από θαμνώδη μέρη, την έβγαλε πάλι στη θάλασσα, σε μιαν άλλη θάλασσα, έπειτα την πέρασε από άλλους αγρούς, από άλλα δάση, από άλλες θαμνώδεις εκτάσεις. Η Θ. πρόσεξε ότι είχαν διαγράψει έναν μεγάλο κύκλο. Η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους ήταν όμορφη, απαλή, ανάλαφρη. Ο Δ. δεν είχε καμιά σαρκική βαρύτητα, η Θ. κόντευε να βγάλει φτερά. Κανείς δεν είχε όρεξη για κουβέντες. Και οι δυο ρουφούσαν την ομορφιά της κυκλικής περιήγησης. Όταν συμπληρώθηκε ο ένας κύκλος, άρχισε ένας δεύτερος, αρκετά στενότερος, σε πιο ανηφορικό επίπεδο. Οι εναλλαγές ανάμεσα σε στεριά και σε θάλασσα έγιναν πιο συναρπαστικές. Έκλεισε και ο δεύτερος κύκλος. Άρχισε ένας τρίτος, σε πολύ πιο ψηλό επίπεδο. Και πιο στενός από τους άλλους. Περίεργο, η Θ. δεν είχε δει κανένα ύψωμα αρχικά. Το ότι, όμως, βρέθηκαν ξαφνικά να ανεβαίνουν, σε σπείρες, ένα ύψωμα δεν την ξάφνιασε καθόλου. Σαν να ήταν το μόνο φυσικό που μπορούσε να συμβεί. Καμιά κορυφή δεν υψωνόταν απανωθέ τους. Κι όμως ανέβαιναν. Όταν συμπληρώθηκε και ο τρίτος κύκλος, ο Δ. άνοιξε την πόρτα του και βγήκε. Άνοιξε και τη δική της και τη βοήθησε να βγει.

«Δεν πάει άλλο το αυτοκίνητο, θα συνεχίσουμε με τα πόδια. Δώσε μου το χέρι σου» της είπε.

Η Θ. κοίταξε γύρω της. Μπροστά της απλωνόταν, κυκλικό, το τρίτο πεδίο της ανάβασής της. Η έκταση ήταν εντελώς επίπεδη. Έδωσε το χέρι της στον Δ. και αφέθηκε να την οδηγήσει. Ο δρόμος άρχισε να ανηφορίζει. Η Θ. απόρησε. Αφού όλη η έκταση ήταν επίπεδη, πως βρέθηκαν να ανηφορίζουν; Αλλά δεν είχε λόγια. Όλα της φαίνονταν τόσο αφύσικα φυσικά και τόσο φυσικά αφύσικα. Ανέβαιναν, ανέβαιναν, στην επίπεδη γη, ώσπου έφτασαν μπροστά σε μια ξύλινη πόρτα. Πως είχε ξεφυτρώσει έτσι ξαφνικά μπροστά τους; Η Θ. δεν ένιωθε καμιά περιέργεια. Ήταν δοσμένη στην πληρότητα της στιγμής. Ο Δ. έψαξε και βρήκε στο σύρτι της. Την άνοιξε.  Τράβηξε μέσα τη Θ. και έκλεισε. 

Βρέθηκαν σε ένα βαθύσκιο από πανύψηλα δέντρα. Της φάνηκε ότι ανήκαν σε άλλη χλωρίδα. Αλλά ούτε αυτό την παραξένεψε. Προχώρησαν. Βγήκαν από το βαθύσκιο. Πέρασαν ανάμεσα από κάτι παρτέρια. Τα λουλούδια άνθιζαν σε πανύψηλους μίσχους, ίσαμε το μποϊ τους. Τα μάτια της Θ. θάμπωσαν από το αιμάτινο χρώμα τους. Της φάνηκε ότι έγερναν τα κεφάλια τους σαν για να την καλωσορίσουν. Το κόκκινο άρχισε να ξεθωριάζει σ’ένα γλυκό ροζ. Μια σειρά από πορτοκαλόχρωμα λουλούδια τώρα άρχισαν να κάνουν τις ελαφρές υποκλίσεις τους. Πιο κάτω την τύφλωσε το εκθαμβωτικό κίτρινο κάτι άλλων λουλουδιών. Τα κίτρινα τα διαδέχτηκαν πράσινα λουλούδια, στην ίδια διάταξη, με τις ίδιες εθιμοτυπικές κινήσεις. Τη σειρά των πράσινων την πήραν τώρα τα γαλάζια και τη σειρά των γαλάζιων, τα μαβιά. Η Θ. τους κινούσε κι αυτή το κεφάλι σε αντιχαιρετισμό. Βρισκόταν σε ελαφριά μέθη που την είχε μεταφέρει σε άλλη περιοχή. 

«Γύρισε τώρα πίσω το βλέμμα σου και κοίταξε μέσα από αυτό το συγκεντρωτικό φακό,» της είπε ο Δ. και της έδωσε ένα φακό. 

Η Θ. έκανε μεταβολή και κοίταξε μέσα από το φακό. 

«Θεέ μου,» ψέλλισε. «Τι είναι αυτό;»

Ο φακός είχε συγκεράσει τα χρώματα όλων των λουλουδιών σ’ένα γλυκύτατο λευκό, σ’ένα λευκό που δεν τύφλωνε, που δεν ζάλιζε, σ’ένα λευκό που ήταν η εξωτερική ανταύγεια μιας εσωτερικής χωνεμένης φλόγας. Η καρδιά της γέμισε από ανείπωτη γλυκύτητα. Δεν εννοούσε να ξεκολλήσει τον φακό από τα μάτια της. Ο Δ. την τράβηξε από τον αγκώνα. 

«Έλα,» της είπε μαλακά, «μας περιμένουν κι άλλα.»

«Ξέρεις,» είπε η Θ. γυρίζοντας σ’αυτόν, «αυτό το απαλό αντιφέγγισμα του φίλντισι, το έχει κι ο μαργαρίτης της στέρνας μου.»

Ο Δ. κούνησε το κεφάλι σαν να ήξερε. Εκείνη τη στιγμή ήξερε, αν και η Θ. ποτέ δεν του είχε φανερώσει τι γινόταν στη στέρνα της. Την πήρε πάλι από το χέρι και προχώρησαν. Τα βήματά τους δεν άφηναν ήχο. Τότε η Θ. θυμήθηκε ότι ούτε τα λόγια που είχε πει στον Δ. είχαν βγάλει ήχο. 

«Δ. μίλησέ μου, σε παρακαλώ, μίλησέ μου δυνατά,» γύρισε και του είπε. 

«Σωστά κατάλαβες, Θ. Δεν ακούγεται ήχος εδώ,» της είπε ο Δ.

«Τότε, πως μιλάμε;» απόρησε η Θ.

«Αυτό εσύ το ξέρεις καλύτερα από μένα. Τι έλεγες στην κυρία Κ; Δεν της έλεγες ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος επικοινωνίας εκτός από τον λεκτικό;»

«Δίκιο έχεις,» παραδέχτηκε η Θ. Δεν της φάνηκε καθόλου παράξενο που ο Δ. ήξερε τη στιχομυθία της με την κυρία Κ. χωρίς να του έχει πει τίποτα. 

«Κοίτα κάτω Θ.» της είπε ο Δ. κι έδειξε μακριά με το χέρι του. Η Θ. κοίταξε. Κι είδε τη θάλασσα να αναδιπλώνεται σ’όλες τις αποχρώσεις των ψυχρών χρωμάτων, πράσινη γαλάζια, βαθυγάλανη, μαβιά. Επάνω της πετάριζαν ασημένιες μαρμαρυγές. 

«Τι όμορφη που είναι η θάλασσα! Και πόσο κάτωθέ μας! Σαν να είμαστε στον εξώστη του κόσμου, Δ. Δεν νομίζεις;»

«Ναι, Θ.» συμφώνησε ο Δ. «Κοίτα τώρα επάνω,» είπε, υψώνοντας το χέρι του. 

Η Θ. κοίταξε και είδε τον ουρανό να αναδιπλώνεται σ’όλες τις αποχρώσεις των θερμών χρωμάτων. Κόκκινος, πορτοκαλής, κίτρινος. 

«Θεέ μου,» ψέλλισε θαμπωμένη. «Κάτω η θάλασσα, επάνω ο ουρανός και εμείς ανάμεσά τους. Που ανήκουμε, Δ;»

«Αυτό το ξέρεις καλύτερα εσύ, Θ. Έλα κοντά στο πεζούλι.»

Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στα κράσπεδα της περιοχής όπου υψωνόταν ένα χαμηλό πεζούλι. 

Η Θ. πλησίασε και κοίταξε κάτω. Χάος χώριζε την περιοχή τους από τη θάλασσα. Δεν έβλεπε πουθενά γη. Λες και όλη η γη, και όχι μόνο όλη η γη, αλλά όλοι οι πλανήτες και οι απλανείς αστέρες, όλοι οι αστερισμοί, να είχαν συμπτυχτεί σ’αυτή και μόνη την περιοχή που πατούσαν οι δυο τους. Και η περιοχή αυτή της φάνηκε επίπεδη, σαν πιάτο. Έπλεε, σαν νησί, σαν σύννεφο, ανάμεσα ουρανού και γης, χωρίς να ακουμπάει πουθενά. Έμοιαζε με εναέριο σκάφος. 

«Τι ωραία, Δ. πόσο χαίρομαι που μ’έφερες εδώ.»

«Δεν σου υποσχέθηκα να σε πάω κάπου που να σου θύμιζε τον Παράδεισο;» είπε κοιτάζοντάς την με εξαϋλωμένη αγάπη. 

Η αγάπη στα μάτια του πλήθυνε, έγινε νερό, έγινε σύννεφο και άρχισε να διαλύει το φυσικό του σχήμα. 

«Θ. κοίτα το σώμα σου,» της είπε. 

Η Θ. γύρισε για να δει το σώμα της. Είχε αρχίσει κι αυτό να διαλύεται. Έχανε τη σταθερή μορφή του. Την πλημμύρισε ένα αίσθημα αγαλλίασης. Πόσο ανάλαφρη ένιωθε τώρα που είχε απαλλαγεί από το βάρος του σαρκίου. Ένα ανάβρυσμα χαράς άρχισε να την συνεπαίρνει.

«Αλλάζουμε σώμα, Δ.» του φώναξε με άνηχη φωνή. 

«Ναι αγάπη μου,» της αποκρίθηκε εκείνος.

Η μια μεταλλαγή ακολούθησε την άλλη. Στο τέλος δεν έμεινε παρά ένα αχνό, συννεφένιο σώμα. Η Θ. ένιωσε κάτι να γαργαλάει τις πλάτες της. 

«Τι έχω στις πλάτες μου, Δ.; τον ρώτησε.

«Είναι τα φτερά σου, αγάπη μου,» της ψιθύρισε γεμάτος λατρεία. 

«Που είναι τα δικά σου, Δ.;»

«Εγώ δεν έχω, γλυκιά μου. Δεν είμαι σαν εσένα. Θέλω όμως να γίνω κάποτε φτερωτός, θέλω να σου μοιάσω.»

«Τι κρίμα, Δ. Θα ήταν ωραία να νιώθαμε ακριβώς το ίδιο.»

«Ναι Θ. Αλλά κι αυτό που μπόρεσα να νιώσω είναι πολύ για μένα. Και το οφείλω στην αγάπη μου για σένα.»

«Γιατί η αγάπη σου δεν σου έδωσε φτερά, Δ;»

«Ξεχνάς ότι το κάθε τι μπορεί να φθάσει ως εκεί που του επιτρέπει ο σπόρος του;»

«Αλήθεια, το είχα ξεχάσει.»

«Αυτό με κάνει να σ’αγαπώ ακόμα πιο πολύ. Να σ’αγαπώ σαν πλάσμα του ουρανού.»

«Ναι Δ.» είπε η Θ. γεμάτη από την αγαλλίαση τόσων μεταμορφώσεων. 

«Έλα τώρα εδώ,» της είπε και την οδήγησε σε μιαν άλλη γωνιά του παράξενου “σκάφους”.

«Ας ξαπλώσουμε σ’αυτά τα χαλίκια από φίλντισι.»

Ξάπλωσαν. Για προσκεφάλι τους έβαλαν από μια αγκαλιά σμαραγδένια φύλλα.

«Σ’ακούω, Δ.» είπε η Θ. νιώθοντας ότι ο Δ. ήθελε να της κοινοποιήσει κάτι το πολύ σημαντικό. 

«Θ. θέλω να σου μιλήσω για τη Σεραφίτα.»

«Τη Σεραφίτα του Μπαλζάκ, που είχες αναφέρει στην τελευταία μας συνάντηση;»

«Ναι, Θ.»

Ιερός Γάμος  2




Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Κενό και Παρουσία



Ένα αρχικό στάδιο του Ξυπνήματος, που δεν έχει μονιμότητα, ούτε επιτυγχάνεται με τη θέλησή της. Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον να δούμε ότι προέκυψε από την επίμονη παρακολούθηση των σκέψεων και των συναισθημάτων της. Άρχισε να έχει επίγνωση της δραστηριότητας του νου και των συναισθημάτων που οι σκέψεις προκαλούν. Το αποτέλεσμα ήταν ο ρυθμός των σκέψεων και των συναισθημάτων να γίνει πιο αργός, επιτρέποντας να δημιουργηθεί κενός χώρος. Από αυτόν τον εσωτερικό κενό χώρο, αναδυόταν η Συνειδητότητα. Η Σοφία ονομάζει την κατάσταση «νηνεμία», την περιγράφει σαν άχρονη κατάσταση. Είναι παρούσα στο εδώ και τώρα. Αδειάζει από την φλυαρία του νου και από τα συναισθήματα. Και βιώνει.




«Από τότε που άρχισε να ζει τέτοιες καταστάσεις, την είχε απασχολήσει ιδιαίτερα ο μηχανισμός της ξαφνικής εμφάνισης και εξαφάνισής τους. Είχε καταφέρει να εντοπίσει τις συνθήκες που προκαλούσαν ή καλύτερα που έστρωναν το δρόμο για ένα τέτοιο άδειασμα. Βασικά, η αυλαία σηκωνόταν ύστερα από ένα ορισμένο είδος ανιχνευτικής δραστηριότητας στο εσωτερικό της. Όσο ζούσε στην επιφάνεια του είναι της δεν είχε ζήσει τέτοιες καταστάσεις, τυλιγμένη καθώς ήταν μέσα στις πυρετώδεις σκέψεις της και στα αγωνιώδη ερωτηματικά της. 

Από τότε, όμως, που άρχισε να παρακολουθεί συστηματικά τις εσωτερικές κινήσεις της, ο καλπασμός της σκέψης και ο στρόβιλος των συναισθημάτων σαν να άλλαξαν ρυθμό, σαν να γίνηκαν όλα βραδύτερα, επιτρέποντάς της να τα παρακολουθεί με σχετικήν άνεση. Αλλά και τότε ακόμα, δεν είχε ζήσει τέτοιες καταστάσεις. Αυτές ήρθαν ύστερα από ένα αρκετά μεγάλο διάστημα παρακολούθησης και ανίχνευσης της κάθε εσωτερικής κίνησής της. Είχε μάλιστα διακρίνει τον τρόπο που έρχονταν. Με την επίμονη αυτή παρακολούθηση, οι σκέψεις της θαρρείς και λιγόστεψαν. Όπως και τα συναισθήματα. Η αιτία ήταν ότι πολλές σκέψεις και πολλά συναισθήματα που, σε μια πρώτη θεώρηση, φαίνονταν διαφορετικά μεταξύ τους, αποκάλυψαν την κοινή τους ρίζα, ακριβώς όπως ένα δέντρο με πολλά φύλλα και κλαδιά ανήκει σ’έναν ενιαίο κορμό. Από εκεί και πέρα, τα θέματα που την απασχολούσαν της παρουσιάζονταν στην πρωταρχική, βασική μορφή τους, οπότε δεν της έμενε παρά ν’ασχοληθεί με τον «κορμό». 

Μ’αυτό τον τρόπο, δημιουργήθηκε κενός χώρος ανάμεσα στη μια σκέψη και την άλλη, στο ένα συναίσθημα και το άλλο, κι ήταν μέσα απ’αυτές τις ρωγμές που εισορμούσε, κατά διαστήματα, αυτό που η ίδια είχε ονομάσει «νηνεμία», άχρονη κατάσταση, ή Παρουσία. Τότε, εκείνο που πριν μονοπωλούσε την παρουσία, έπεφτε ξαφνικά σε αφάνεια, σε απουσία. Με την εισβολή αυτής της βαθύτερης διάστασης στην επιφάνεια, θαρρείς και σαρώνονταν τα πάντα έτσι ώστε να βασιλεύει ολοκληρωτικά το «κενό». Κενό δηλαδή από τη χρονικότητα, αλλά γεμάτο από τη δική του ιδιάζουσα Παρουσία. 

Δεν μπορούσε, ωστόσο, να εντοπίσει τις αιτίες που εξουδετέρωναν αυτές τις καταστάσεις. Αρκετές φορές είχε νιώσει απογοήτευση επειδή δεν ήταν σε θέση να τις κρατήσει μόνιμα και με τη θέλησή της.»


Ιερος Γαμος 1
 
 
 
 
 
 
 

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

Η "νηνεμία"





"Κίνηση, κίνηση, κίνηση… Κι όμως, όλη αυτή η κίνηση ήταν ανύπαρκτη για τη κατάσταση της εσωτερικής νηνεμίας. Κι ενώ όλος αυτός ο κόσμος κυλούσε σαν βουερό ποτάμι έξω απ’αυτήν, ταυτόχρονα, το κάθε τι που αντίκρυζαν τα μάτια της είχε μιαν άλλη υπόσταση, μια διαφορετική ύπαρξη μέσα στην πλατιά νηνεμία που την πλημμύριζε. «Πλημμυριζε» δεν ήταν η σωστή λέξη γι’αυτή την κατάσταση, επειδή υποβάλλει την ιδέα κάποιας ουσίας, βασικά υγρής. Πράγμα που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Η «νηνεμία» ήταν ένα ξαφνικό άδειασμα, ένα αναπάντεχο κενό, που καθρέφτιζε τα εξωτερικά αντικείμενα δίνοντάς τους την πραγματική τους υπόσταση. Ούτε η λέξη «καθρέφτιζε» αποδίδει την πραγματικότητα. Γιατί συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι, μέσα στο «κενό» της νηνεμίας, η Θ. ανακάλυπτε όλα τα υλικά πράγματα στην άχρονη υπόστασή τους. Απ’αυτή την εσωτερική ύπαρξη, την απρόσιτη στις αισθήσεις, τα αντικείμενα προβάλλονταν, σαν αντανάκλαση στον εξωτερικό κόσμο και αποκτούσαν υλικότητα. Μ’άλλα λόγια, ολόκληρο το πανόραμα του υλικού κόσμου φαινόταν να έχει τις ρίζες του μέσα της, σ’ένα χώρο που έδινε την περίεργη αίσθηση του αληθινά πραγματικού.

Τραβήχτηκε από το παράθυρο χαμογελώντας καθώς αναρωτήθηκε: «Αυτός να ναι τάχα ο Πλατωνικός κόσμος των Ιδεών;»


Ιερός Γάμος  1