Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Το όραμα για το ανδρόγυνο βρέφος





"Το σώμα της ήταν γυμνό από τη μέση και πάνω, αφήνοντας ακάλυπτη τη στέρνα στο στήθος της. Τα χέρια της κρέμονταν σαν παράλυτα στα πλάγια του στενού κλιναριού. Το πρόσωπό της κάτωχρο, τα μάτια σφαλιστά. Τα μαλλιά της μαζεμένα πίσω, δεμένα με φαρδιά ταινία. Θα τη νόμιζε κανείς νεκρή, τόσο ακίνητη ήταν. Η αίθουσα φωτιζόταν από μια δάδα που δεν έπαιζε τη φλόγα της ούτε σχημάτιζε φωτοσκιάσεις.
Ξαφνικά, εμφανίστηκαν δυο όντα με ανθρώπινο σχήμα. Ένας άντρας, μια γυναίκα. Φορούσαν Μεσαιωνικά ρούχα. Στο κεφάλι του άντρα δέσποζε ένα μυτερό κάλυμμα με έμβλημα τον Ήλιο. Η γυναίκα φορούσε ένα στρογγυλό, φουσκωτό κάλυμμα, με έμβλημα το μισοφέγγαρο. Με τελετουργικές κινήσεις ήρθαν και στάθηκαν ο ένας στα δεξιά και ο άλλος στα αριστερά της ακίνητης Θ.
Απόθεσαν στο κορμί της, αυτός ένα χρυσό όργανο σε σχήμα τροχού κι εκείνη ένα ασημένιο όργανο σε σχήμα δρεπανιού. Έκαναν το σημείο του σταυρού στα μέτωπά τους και επάνω στο στέρνο – στέρνα της Θ. Με συντονισμένες κινήσεις γύμνωσαν εκείνος το δεξί κι εκείνη το αριστερό χέρι, μέχρι τον αγκώνα. Ύψωσαν τα χέρια τους επάνω από τη στέρνα. Ο άντρας άπλωσε το αριστερό του χέρι και πήρε το ασημένιο δρεπάνι. Η γυναίκα άπλωσε το δεξί της χέρι και πήρε τον χρυσό τροχό. Με ταυτόχρονες κινήσεις έφεραν τα όργανα στις αρτηρίες τους. Τις άνοιξαν. Το αίμα άρχισε να τρέχει. Από τον άντρα κατακόκκινο, από τη γυναίκα βαθυκύανο. Τα ζαφειρένια μάτια του Δ. παρακολουθούσαν, με πετρωμένο βλέμμα, τη μυητική σκηνή. Το αίμα τους έπεσε επάνω στο μαργαριτάρι, μέσα στη στέρνα. Υψώθηκε ένα σύννεφο ατμού που πύκνωνε βαθμιαία.

«Προσφέρω το αίμα μου θυσία στην εξανθρώπισή μου,» είπε με βαριά φωνή το ον με την αντρική μορφή.
«Προσφέρω το αίμα μου θυσία στην εξανθρώπισή μου,» είπε με μεταλλική φωνή το ον με το γυναικείο σχήμα.
«Προσφέρουμε το αίμα μας θυσία για τη γέννηση του Θείου Ανδρόγυνου Βρέφους,» είπαν κι οι δυο μαζί.

Πυκνά σύννεφα ατμού τύλιξαν και τις δυο μορφές. Όταν καθάρισε η ατμόσφαιρα, αυτοί έλειπαν από την αίθουσα. Η Θ. ήταν ακόμα ακίνητη, χλωμή σαν λείψανο. Ο Δ. πλησίασε στις μύτες των ποδιών του. Έσκυψε επάνω από τη στέρνα. Το μαργαριτάρι είχε αυξηθεί σε όγκο. Η αύρα που ανάδινε ήταν πολύ πιο έντονη τώρα. Ένιωσε μια ζάλη. Έκλεισε τα μάτια. Νόμισε ότι θα λιποθυμούσε. Όταν συνήλθε είδε τη Θ. να του χαμογελάει με αθώο βλέμμα. Κρατούσε ένα ποτήρι με νερό στο χέρι. Το άλλο χέρι της ήταν βρεγμένο. Το φερε στο πρόσωπό τους και τον δρόσισε.

«Ευτυχώς, δεν ήταν τίποτα, μια μικρή ζάλη. Πιες μια γουλιά να συνέλθεις. Τι λες, πάμε; Είναι κιόλας αργά.»
Χωρίς μιλιά, ο Δ. την ακολούθησε. Έξω από το σπίτι της έδωσαν τα χέρια με μια νέα αίσθηση επικοινωνίας."



Ιερός Γάμος  2





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου