Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Στον εξώστη του κόσμου




«Τράβηξαν κατά τη θάλασσα που σπίθιζε κάτω από τον ήλιο, την οδήγησε μακριά από τη θάλασσα, μέσα από αγρούς, από δασύλλια, από θαμνώδη μέρη, την έβγαλε πάλι στη θάλασσα, σε μιαν άλλη θάλασσα, έπειτα την πέρασε από άλλους αγρούς, από άλλα δάση, από άλλες θαμνώδεις εκτάσεις. Η Θ. πρόσεξε ότι είχαν διαγράψει έναν μεγάλο κύκλο. Η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους ήταν όμορφη, απαλή, ανάλαφρη. Ο Δ. δεν είχε καμιά σαρκική βαρύτητα, η Θ. κόντευε να βγάλει φτερά. Κανείς δεν είχε όρεξη για κουβέντες. Και οι δυο ρουφούσαν την ομορφιά της κυκλικής περιήγησης. Όταν συμπληρώθηκε ο ένας κύκλος, άρχισε ένας δεύτερος, αρκετά στενότερος, σε πιο ανηφορικό επίπεδο. Οι εναλλαγές ανάμεσα σε στεριά και σε θάλασσα έγιναν πιο συναρπαστικές. Έκλεισε και ο δεύτερος κύκλος. Άρχισε ένας τρίτος, σε πολύ πιο ψηλό επίπεδο. Και πιο στενός από τους άλλους. Περίεργο, η Θ. δεν είχε δει κανένα ύψωμα αρχικά. Το ότι, όμως, βρέθηκαν ξαφνικά να ανεβαίνουν, σε σπείρες, ένα ύψωμα δεν την ξάφνιασε καθόλου. Σαν να ήταν το μόνο φυσικό που μπορούσε να συμβεί. Καμιά κορυφή δεν υψωνόταν απανωθέ τους. Κι όμως ανέβαιναν. Όταν συμπληρώθηκε και ο τρίτος κύκλος, ο Δ. άνοιξε την πόρτα του και βγήκε. Άνοιξε και τη δική της και τη βοήθησε να βγει.

«Δεν πάει άλλο το αυτοκίνητο, θα συνεχίσουμε με τα πόδια. Δώσε μου το χέρι σου» της είπε.

Η Θ. κοίταξε γύρω της. Μπροστά της απλωνόταν, κυκλικό, το τρίτο πεδίο της ανάβασής της. Η έκταση ήταν εντελώς επίπεδη. Έδωσε το χέρι της στον Δ. και αφέθηκε να την οδηγήσει. Ο δρόμος άρχισε να ανηφορίζει. Η Θ. απόρησε. Αφού όλη η έκταση ήταν επίπεδη, πως βρέθηκαν να ανηφορίζουν; Αλλά δεν είχε λόγια. Όλα της φαίνονταν τόσο αφύσικα φυσικά και τόσο φυσικά αφύσικα. Ανέβαιναν, ανέβαιναν, στην επίπεδη γη, ώσπου έφτασαν μπροστά σε μια ξύλινη πόρτα. Πως είχε ξεφυτρώσει έτσι ξαφνικά μπροστά τους; Η Θ. δεν ένιωθε καμιά περιέργεια. Ήταν δοσμένη στην πληρότητα της στιγμής. Ο Δ. έψαξε και βρήκε στο σύρτι της. Την άνοιξε.  Τράβηξε μέσα τη Θ. και έκλεισε. 

Βρέθηκαν σε ένα βαθύσκιο από πανύψηλα δέντρα. Της φάνηκε ότι ανήκαν σε άλλη χλωρίδα. Αλλά ούτε αυτό την παραξένεψε. Προχώρησαν. Βγήκαν από το βαθύσκιο. Πέρασαν ανάμεσα από κάτι παρτέρια. Τα λουλούδια άνθιζαν σε πανύψηλους μίσχους, ίσαμε το μποϊ τους. Τα μάτια της Θ. θάμπωσαν από το αιμάτινο χρώμα τους. Της φάνηκε ότι έγερναν τα κεφάλια τους σαν για να την καλωσορίσουν. Το κόκκινο άρχισε να ξεθωριάζει σ’ένα γλυκό ροζ. Μια σειρά από πορτοκαλόχρωμα λουλούδια τώρα άρχισαν να κάνουν τις ελαφρές υποκλίσεις τους. Πιο κάτω την τύφλωσε το εκθαμβωτικό κίτρινο κάτι άλλων λουλουδιών. Τα κίτρινα τα διαδέχτηκαν πράσινα λουλούδια, στην ίδια διάταξη, με τις ίδιες εθιμοτυπικές κινήσεις. Τη σειρά των πράσινων την πήραν τώρα τα γαλάζια και τη σειρά των γαλάζιων, τα μαβιά. Η Θ. τους κινούσε κι αυτή το κεφάλι σε αντιχαιρετισμό. Βρισκόταν σε ελαφριά μέθη που την είχε μεταφέρει σε άλλη περιοχή. 

«Γύρισε τώρα πίσω το βλέμμα σου και κοίταξε μέσα από αυτό το συγκεντρωτικό φακό,» της είπε ο Δ. και της έδωσε ένα φακό. 

Η Θ. έκανε μεταβολή και κοίταξε μέσα από το φακό. 

«Θεέ μου,» ψέλλισε. «Τι είναι αυτό;»

Ο φακός είχε συγκεράσει τα χρώματα όλων των λουλουδιών σ’ένα γλυκύτατο λευκό, σ’ένα λευκό που δεν τύφλωνε, που δεν ζάλιζε, σ’ένα λευκό που ήταν η εξωτερική ανταύγεια μιας εσωτερικής χωνεμένης φλόγας. Η καρδιά της γέμισε από ανείπωτη γλυκύτητα. Δεν εννοούσε να ξεκολλήσει τον φακό από τα μάτια της. Ο Δ. την τράβηξε από τον αγκώνα. 

«Έλα,» της είπε μαλακά, «μας περιμένουν κι άλλα.»

«Ξέρεις,» είπε η Θ. γυρίζοντας σ’αυτόν, «αυτό το απαλό αντιφέγγισμα του φίλντισι, το έχει κι ο μαργαρίτης της στέρνας μου.»

Ο Δ. κούνησε το κεφάλι σαν να ήξερε. Εκείνη τη στιγμή ήξερε, αν και η Θ. ποτέ δεν του είχε φανερώσει τι γινόταν στη στέρνα της. Την πήρε πάλι από το χέρι και προχώρησαν. Τα βήματά τους δεν άφηναν ήχο. Τότε η Θ. θυμήθηκε ότι ούτε τα λόγια που είχε πει στον Δ. είχαν βγάλει ήχο. 

«Δ. μίλησέ μου, σε παρακαλώ, μίλησέ μου δυνατά,» γύρισε και του είπε. 

«Σωστά κατάλαβες, Θ. Δεν ακούγεται ήχος εδώ,» της είπε ο Δ.

«Τότε, πως μιλάμε;» απόρησε η Θ.

«Αυτό εσύ το ξέρεις καλύτερα από μένα. Τι έλεγες στην κυρία Κ; Δεν της έλεγες ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος επικοινωνίας εκτός από τον λεκτικό;»

«Δίκιο έχεις,» παραδέχτηκε η Θ. Δεν της φάνηκε καθόλου παράξενο που ο Δ. ήξερε τη στιχομυθία της με την κυρία Κ. χωρίς να του έχει πει τίποτα. 

«Κοίτα κάτω Θ.» της είπε ο Δ. κι έδειξε μακριά με το χέρι του. Η Θ. κοίταξε. Κι είδε τη θάλασσα να αναδιπλώνεται σ’όλες τις αποχρώσεις των ψυχρών χρωμάτων, πράσινη γαλάζια, βαθυγάλανη, μαβιά. Επάνω της πετάριζαν ασημένιες μαρμαρυγές. 

«Τι όμορφη που είναι η θάλασσα! Και πόσο κάτωθέ μας! Σαν να είμαστε στον εξώστη του κόσμου, Δ. Δεν νομίζεις;»

«Ναι, Θ.» συμφώνησε ο Δ. «Κοίτα τώρα επάνω,» είπε, υψώνοντας το χέρι του. 

Η Θ. κοίταξε και είδε τον ουρανό να αναδιπλώνεται σ’όλες τις αποχρώσεις των θερμών χρωμάτων. Κόκκινος, πορτοκαλής, κίτρινος. 

«Θεέ μου,» ψέλλισε θαμπωμένη. «Κάτω η θάλασσα, επάνω ο ουρανός και εμείς ανάμεσά τους. Που ανήκουμε, Δ;»

«Αυτό το ξέρεις καλύτερα εσύ, Θ. Έλα κοντά στο πεζούλι.»

Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στα κράσπεδα της περιοχής όπου υψωνόταν ένα χαμηλό πεζούλι. 

Η Θ. πλησίασε και κοίταξε κάτω. Χάος χώριζε την περιοχή τους από τη θάλασσα. Δεν έβλεπε πουθενά γη. Λες και όλη η γη, και όχι μόνο όλη η γη, αλλά όλοι οι πλανήτες και οι απλανείς αστέρες, όλοι οι αστερισμοί, να είχαν συμπτυχτεί σ’αυτή και μόνη την περιοχή που πατούσαν οι δυο τους. Και η περιοχή αυτή της φάνηκε επίπεδη, σαν πιάτο. Έπλεε, σαν νησί, σαν σύννεφο, ανάμεσα ουρανού και γης, χωρίς να ακουμπάει πουθενά. Έμοιαζε με εναέριο σκάφος. 

«Τι ωραία, Δ. πόσο χαίρομαι που μ’έφερες εδώ.»

«Δεν σου υποσχέθηκα να σε πάω κάπου που να σου θύμιζε τον Παράδεισο;» είπε κοιτάζοντάς την με εξαϋλωμένη αγάπη. 

Η αγάπη στα μάτια του πλήθυνε, έγινε νερό, έγινε σύννεφο και άρχισε να διαλύει το φυσικό του σχήμα. 

«Θ. κοίτα το σώμα σου,» της είπε. 

Η Θ. γύρισε για να δει το σώμα της. Είχε αρχίσει κι αυτό να διαλύεται. Έχανε τη σταθερή μορφή του. Την πλημμύρισε ένα αίσθημα αγαλλίασης. Πόσο ανάλαφρη ένιωθε τώρα που είχε απαλλαγεί από το βάρος του σαρκίου. Ένα ανάβρυσμα χαράς άρχισε να την συνεπαίρνει.

«Αλλάζουμε σώμα, Δ.» του φώναξε με άνηχη φωνή. 

«Ναι αγάπη μου,» της αποκρίθηκε εκείνος.

Η μια μεταλλαγή ακολούθησε την άλλη. Στο τέλος δεν έμεινε παρά ένα αχνό, συννεφένιο σώμα. Η Θ. ένιωσε κάτι να γαργαλάει τις πλάτες της. 

«Τι έχω στις πλάτες μου, Δ.; τον ρώτησε.

«Είναι τα φτερά σου, αγάπη μου,» της ψιθύρισε γεμάτος λατρεία. 

«Που είναι τα δικά σου, Δ.;»

«Εγώ δεν έχω, γλυκιά μου. Δεν είμαι σαν εσένα. Θέλω όμως να γίνω κάποτε φτερωτός, θέλω να σου μοιάσω.»

«Τι κρίμα, Δ. Θα ήταν ωραία να νιώθαμε ακριβώς το ίδιο.»

«Ναι Θ. Αλλά κι αυτό που μπόρεσα να νιώσω είναι πολύ για μένα. Και το οφείλω στην αγάπη μου για σένα.»

«Γιατί η αγάπη σου δεν σου έδωσε φτερά, Δ;»

«Ξεχνάς ότι το κάθε τι μπορεί να φθάσει ως εκεί που του επιτρέπει ο σπόρος του;»

«Αλήθεια, το είχα ξεχάσει.»

«Αυτό με κάνει να σ’αγαπώ ακόμα πιο πολύ. Να σ’αγαπώ σαν πλάσμα του ουρανού.»

«Ναι Δ.» είπε η Θ. γεμάτη από την αγαλλίαση τόσων μεταμορφώσεων. 

«Έλα τώρα εδώ,» της είπε και την οδήγησε σε μιαν άλλη γωνιά του παράξενου “σκάφους”.

«Ας ξαπλώσουμε σ’αυτά τα χαλίκια από φίλντισι.»

Ξάπλωσαν. Για προσκεφάλι τους έβαλαν από μια αγκαλιά σμαραγδένια φύλλα.

«Σ’ακούω, Δ.» είπε η Θ. νιώθοντας ότι ο Δ. ήθελε να της κοινοποιήσει κάτι το πολύ σημαντικό. 

«Θ. θέλω να σου μιλήσω για τη Σεραφίτα.»

«Τη Σεραφίτα του Μπαλζάκ, που είχες αναφέρει στην τελευταία μας συνάντηση;»

«Ναι, Θ.»

Ιερός Γάμος  2




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου