Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Συγχώνευση και διάλυση





«Αυτός έδειχνε τώρα πρόθυμος να συζητήσει ανοιχτά μαζί της για τα αγκάθια που έφραζαν το δρόμο στη βαθύτερή τους ένωση. Η πρώτη μέρα πέρασε μέσα σε μιαν ευχάριστη ατμόσφαιρα ανοίγματος, χωρίς να θίξουν κανένα βαθύτερο θέμα. Το άνοιγμα του νέου ήταν φανερό σ’όλη του τη στάση. Το βράδυ, που πήγαν να πλαγιάσουν, η κατάσταση του ανοίγματος κορυφώθηκε. Ο νέος την κοίταζε στα μάτια με ανέκφραστη λαχτάρα, που η Θ. την ονόμαζε λαχτάρα ψυχής. Θαρρείς και όλη του η ψυχική ενέργεια είχε ανέβει στα μάτια του. Απ’αυτά κυλούσε και εισχωρούσε στα δικά της μάτια, μεταδίδοντάς της τον εσωτερικό του παλμό. Δεν μιλούσαν. Τα λόγια θα χαλούσαν αυτή την κατάσταση. 

Τα ψυχικά ρεύματα που η Θ. τα ένιωθε να εισχωρούν στο εσωτερικό της από τα μάτια του νέου, κυκλοφορούσαν μέσα της, διαγράφοντας το μισό ενός κύκλου. Έπειτα τα ένιωσε να βγαίνουν από τη γεννητική περιοχή της, να εισχωρούν στο δικό του σώμα από τη δική του γεννητική περιοχή και, συμπληρώνοντας το άλλο μισό του κύκλου, να φτάνουν στα μάτια του. Το αποτέλεσμα ήταν μια τεράστια ενεργειακή – ψυχική κινητοποίηση που οδήγησε και τους δυο στον έντονο πόθο για ένωση. Χωρίς μιλιά, βρέθηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου με ενωμένα τα σώματα. Ούτε αυτός, ούτε αυτή, ένιωθαν την παραμικρή ανάγκη για εξωτερική, σωματική κίνηση. Η παραμικρή τέτοια κίνηση θα αφαιρούσε ενέργεια από το εσωτερικό ενεργειακό κύκλωμα και θα έσπαγε τον ενιαίο κύκλο που τους ένωνε εσωτερικά. Μια μυστική σοφία τους οδηγούσε ώστε να μην κάνουν κάτι που θα χαλούσε αυτή την υπέρτατη κατάσταση. Η ένωσή τους κράτησε ατέλειωτες ώρες χωρίς να έρθει ο κόρος του τέλους. Έμειναν έτσι, εκείνος με το σώμα του μέσα στο δικό της, με λατρεία στα μάτια, σχεδόν όλη τη νύχτα. Τότε, στη διάρκεια αυτής της πολύωρης ένωσης η Θ. διέκρινε ένα πλήθος από περίεργες αναμοχλεύσεις μέσα της. 

Το πρώτο που ένιωσε ήταν μια τάση για απόλυτη συγχώνευση. Σιγά – σιγά πύκνωσε τόσο η έντασή της που η χωριστικότητα των σωμάτων έγινε σχεδόν αβάσταχτη. Η ανάγκη να μπει το ένα σώμα μέσα στο άλλο, ώστε να λιώσουν, να γίνουν μια μάζα, έτσι που να μην διακρίνεται πια το εγώ από το εσύ, άρχισε να γίνεται τυραννική. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, το μόνο μέρος της ένωσης ήταν η γεννητική περιοχή. Μόνο σ’αυτό το σημείο το σώμα του άντρα εισχωρούσε στο σώμα της γυναίκας. Σ’αυτή την κρίσιμη κορύφωση του πόθου για συγχώνευση, η Θ. άρχισε να βλέπει τον Ν. να μικραίνει σιγά σιγά. Είχε την περίεργη αίσθηση ότι ζούσε σε δυο πραγματικότητες. Ο Ν. που μίκραινε, ήταν ο Ν. μέσα στο είναι της. Ο Ν. που έμενε αναλλοίωτος, ήταν ο εξωτερικός. Με ποιόν απ’ τους δυο το είναι της ζητούσε τόσο επιτακτικά να συγχωνευτεί; Συνέχισε να παρατηρεί τις εξελίξεις, ενώ ταυτόχρονα ήταν απόλυτα δοσμένη στην ενεργειακή – ψυχική ένωση με τον αντικειμενικό Ν. Ο εσωτερικός Ν. συνέχισε να μικραίνει, ώσπου έγινε τελικά ολόκληρος το γεννητικό του όργανο μέσα στο σώμα της. Δεν υπήρχαν πια δυο σώματα. Κι όμως, ήταν ξεχωριστοί, επειδή το γεννητικό του όργανο, αν και μέσα στο σώμα της, ήταν κάτι ξέχωρο απ’αυτό.  

Ο πόθος της για πλήρη συγχώνευση δυνάμωσε. Και τότε, το γεννητικό όργανο διαλύθηκε ολόκληρο σε σπέρμα και ενώθηκε με τα στοιχεία της μήτρας της, σχηματίζοντας μαζί με αυτά ένα έμβρυο. Ένα έμβρυο που συνένωνε μέσα του τόσο την ίδια όσο και τον Ν. Το έμβρυο άρχισε αστραπιαία να μεγαλώνει ωσότου γεννήθηκε από τον κόλπο της. Ήταν ένας γιος κι αυτός ο γιος ήταν ο Ν. Σάρκα από τη σάρκα της και αίμα από το αίμα της. Κι αυτή ήταν η μήτρα που τον είχε γεννήσει, η μητέρα του. Το βρέφος άρχισε να μεγαλώνει, να γίνεται παιδί, έφηβος, νέος άντρας, ώσπου ταυτίστηκε με τον εξωτερικό Ν. ο οποίος συνέχιζε να είναι ενωμένος μαζί της. Τώρα όμως, η Θ. δεν ένιωθε τη χωριστικότητα των σωμάτων τους. Ο Ν. είχε γίνει ο γιος – εραστής της και η πράξη της ένωσής τους ήταν μια «ιερογαμία». Η αίσθηση της πληρότητας, της ταύτισης, έφτασε στο απόγειο της. Η Θ. ήθελε να σβήσει, να χαθεί μέσα σ’αυτή τη θάλασσα της ευδαιμονίας. Ταυτόχρονα πρόσεξε ότι, ο αντικειμενικός Ν. ένιωθε μια παράξενη συγκίνηση που πριν δεν ήταν παρούσα. Τα μάτια του άρχισαν να τρέχουν δάκρυα και σε λίγο ξέσπασε σε λυγμούς μέσα στην αγκαλιά της. 

Το όνειρο και ο πόθος όλων των εραστών για μιαν ένωση που να καταλήγει στο σβήσιμο, στο θάνατο, είχε γίνει πραγματικότητας για τους δυο τους εκείνη τη νύχτα. 

Την άλλη μέρα ο Ν. της είπε ότι είχε νιώσει σαν να είχαν γίνει ένα σώμα, μια ενότητα, σαν αυτός να ήταν αυτή κι αυτή αυτός. Κι ότι τη στιγμή που είχε ξεσπάσει σε λυγμούς είχε νιώσει ότι έσβηνε, ότι χανόταν μέσα σ’ένα μητρικό πέλαγος ευδαιμονίας, ότι γινόταν ένα με τα μητρικά ύδατα. 

Στη συνέχεια, η Θ. ένιωσε ότι ήταν η ίδια στη θέση του Ν. Ότι εκείνη, με το σώμα και τα χαρακτηριστικά του Ν. μίκρυνε σιγά σιγά και μπήκε στην ίδια της τη μήτρα. Η σμίκρυνσή της και η είσοδός της στη μήτρα, αμέσως ταυτίστηκε με τον Φάουστ που, από γέρος, μίκρυνε κι έγινε παλληκάρι. Και ως παλληκάρι κατέβηκε στις «Μητέρες», δηλαδή στο μητρικό στοιχείο, για να διαλυθεί, να ξανασυλληφθεί και να ξαναγεννηθεί ανανεωμένος, ένας καινούργιος Άνθρωπος, Ο Νέος Αδάμ. Ένιωσε, λοιπόν, η Θ. ότι ήταν επίσης ταυτόσημη με τον Φάουστ και την πορεία του από τη σμίκρυνση στην αύξηση. Αλλά ήταν ταυτόχρονα και οι «Μητέρες». 

Σκέφτηκε πολύ επάνω σ’αυτή την παράξενη εμπειρία και διαπίστωσε ότι είχε παραστεί μάρτυρας σε μιαν εσωτερική, συμβολική ένωση, ανάμεσα στο αντρικό και στο θηλυκό κομμάτι που τη συνιστούσαν. Ή, διαφορετικά, ανάμεσα στους δυο κόσμους, στους δυο εαυτούς της. Απ’αυτή την άποψη, ο αντικειμενικός Ν. ήταν απλώς ένα έναυσμα. Ωστόσο, η όλη υπόθεση είχε αρχίσει με τη δική του ψυχική διέγερση και διαστολή. Πρόσθετα, είχε κι αυτός ζήσει τη διάλυσή του, μέσα στη μητέρα, με τη μορφή του μητρικού πελάγους. Είχε κανείς επηρεάσει τον άλλον; Ή μήπως ο συγχρονισμός τους ήταν κάτι το αυτονόητο σε τέτοιες καταστάσεις; Ποιος θα μπορούσε να της απαντήσει σ’αυτά της τα ερωτήματα;»



Ιερος Γαμος 1







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου